top.png
bottomMenu.png

Ἡ χερσόνησος τῶν Μεθάνων, ἐπιµήκης, βραχώδης καί ἡφαιστιογενής, ἔχει συνδέσει περισσότερο τό ὀνοµά της µέ τά ἰαµατικά λουτρά, τίς θειοῦχες πηγές, οἱ ὁποῖες σχηµατίστηκαν ἀπό τίς ἐκρήξεις τοῦ ἡφαιστείου πού βρίσκεται στή βορειοδυτική πλευρά τῆς χερσονήσου. Ἡ Βρωµολίµνη τῶν παλαιοτέρων -ἐξαιτίας τῆς ἔντονης µυρωδιᾶς τῶν θειούχων πηγῶν- ἡ πόλη τῶν Μεθάνων τοῦ σήµερα, ἀποτελεῖ ἀκόµη στήν ἐποχή µας πόλο ἕλξης γιά παραθεριστές. Στό ἐσωτερικό τῆς χερσονήσου βρίσκεις µικρά χωριά στίς παρειές τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου πού κυριαρχεῖ. Μικροί οἰκισµοί σέ µικρή ἀπόσταση, ἡ ὁποία ὡστόσο δέν φαίνεται νά διευκόλυνε τήν ἐσωτερική µετακίνηση τῶν κατοίκων στό παρελθόν, προφανῶς λόγω τῆς φυσικῆς διαµόρφωσης τοῦ ἐδάφους. Κύριο χαρακτηριστικό λοιπόν ἡ φυσική ἀποµόνωση τῶν οἰκισµῶν, γεγονός πού ἔκανε δυσκολότερη τήν ἐπιβίωση τῶν κατοίκων.

Μόνη διέξοδος, ὄχι ὅµως καί ἱκανή ὅπως ἀποδείχθηκε, ἡ ἐνασχόληση µέ τή γῆ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν πρέπει νά ἔδωσαν πολλά, νά δούλεψαν σκληρά καί ἐπί µἀκρόν γιά τήν ἐκχέρσωση τῆς ἄγονης γῆς. Νά ξεστρεµµατίσουν πού λέµε, νά ξεριζώσουν µέ τόν κασµά κοτρῶνες καί βράχους. Ὁ Ὀβίδιος ἀναφερόµενος στά Μέθανα ἔγραψε στίς Μεταμορφώσεις: «Ὄχι µἀκριά ἀπό τήν Τροιζήνα ὑπάρχει ἕνα βουνό πού ποτέ δέν φύτρωσε δέντρο», συσχετίζοντας µἐ ποιητικό ὕφος τή δράση τοῦ ἡφαιστείου καί τή φυσιογνωµία τῆς χερσονήσου.

Ἀλλά ἡ ἔλλειψη νεροῦ, κυρίως αὐτή, ἔλλειψη πού ἔκανε τό πότισµα δύσκολο, ἄν µή τι ἄλλο περιόριζε σηµαντικά τίς δυνατότητες ἐπέκτασης τῶν καλλιεργειῶν. Ἡ ἐπιλογή στά λιόδεντρα, τίς ἀµυγδαλιές, τίς συκιές, καλλιέργειες πού δέν ἀπαιτοῦν πολύ πότισµα δηλαδή, προέκυψε ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης νεροῦ. Κι ὅσο οἱ οἰκογένειες µεγάλωναν, ὅσο αὐξάνονταν τά µέλη τους, ἐνῶ τήν ἴδια στιγµή ἡ καλλιεργούµενη ἔκταση παρέµενε σχετικά σταθερή, ἐπιβεβαιώνονταν οἱ ἀδήριτες συνέπειες τῆς πολιτικῆς οἰκονοµίας: Ὑποαπασχόληση τῶν χωρικῶν, µείωση τοῦ οἰκογενειακοῦ εἰσοδήµατος κατ’ ἄτοµο. Κατά συνέπεια ἡ γεωφυσική διαµόρφωση τῆς χερσονήσου, οἱ βραχώδεις ἐκτάσεις καί ἡ ἔλλειψη νεροῦ, ἐξαφάνιζαν τίς δυνατότητες ἐπιβίωσης τῶν νοικοκυριῶν. Ὅταν τό λάδι καί οἱ ἐλιές ἔπαψαν νά ἐπαρκοῦν στή φάση διεύρυνσης τῶν νοικοκυριῶν, ὅταν τά ἀµύγδαλα καί τά σύκα, πού κατά κύριο λόγο προωθοῦνταν σέ γειτονικές ἀγορές, δέν πρόσφεραν σηµαντικές εἰσροές στό οἰκογενειακό εἰσόδηµα, τά νοικοκυριά βρέθηκαν σέ πραγµατικό ἀδιέξοδο. Εἶναι ἡ µοίρα κάθε κλειστῆς κοινωνίας µέ δεδοµένες παραγωγικές δυνατότητες, ὅταν ὁ πληθυσµός παρουσιάζει αὐξητικές τάσεις. Μόνη δίοδος διαφυγῆς σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι ἡ ἐσωτερική ἤ ἐξωτερική µετανάστευση. Αὐτό ἔκαναν καί οἱ µεθενίτες χωρικοί. Κουνουπίτσα, Ἅγιοι Θεοδωροι, Μακρύλογγος, Ἄνω καί Κάτω Μούσκα, Καµένη Χώρα, περισσότερο αὐτά τά χωριά τῆς ὀρεινῆς ἐνδοχώρας, ἀλλά ἀκόµη καί ἡ Βρωµολίµνη, ἡ πρωτεύουσα τοῦ ἰαµατικοῦ τουρισµοῦ, διοχέτευσαν ἑκατοντάδες κατοίκους στίς περιοχές τῆς Ἀττικῆς καί κυριότερα στό Μπραχάµι. «Γιατί στό Μπραχάµι;», προκύπτει εὔκολα τό ἐρώτηµα. Θά ἐπιχειρήσουµε νά ἀπαντήσουµε, ἀφοῦ προηγουµένως δώσουµε µία εἰκόνα τῆς φυσιογνωµίας τῆς ἰδιοκτησίας γῆς στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς νοτιοανατολικῆς Ἀττικῆς στό 19ο αἰώνα.
 

ΜΠΡΑΧΑΜΙ

Ἡ διαµόρφωση καί ἡ ἐξέλιξη τῆς ἰδιοκτησίας τῆς γῆς στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Ἀττικῆς ἔχει τήν ἀφετηρία της στήν τεράστιας σηµασίας ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάµεων, οἱ ὁποῖες µέ τό Πρωτόκολλο τῆς 3ης/15ης Φεβρουαρίου 1830 πού ὑπέγραψαν στή Συνδιάσκεψη τοῦ Λονδίνου, ἐπέτρεψαν στούς παλαιούς ὀθωµανούς κατόχους νά πωλήσουν τίς γαῖες τῆς Ἀττικῆς καί τῆς Βοιωτίας. Αὐτή ἡ ἀπόφαση ἔδωσε τήν εὐκαιρία σέ ξένους καί ἕλληνες ἐπενδυτές νά βρεθοῦν ἰδιοκτῆτες µεγάλων ἐκτάσεων, ἐνῶ συγχρόνως ἀποστέρησε ἀπό τό νεοσύστατο ἑλληνικό κράτος τή δυνατότητα νά ἀξιοποιήσει τή γῆ τῆς Ἀττικοβοιωτίας προτάσσοντας τό δηµόσιο συµφέρον. Στήν τελευταία περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἰδιοκτήτης µίας µεγάλης περιοχῆς, αὐτῆς τῶν Κάτω Τραχώνων πού περιέκλειε καί τό Μπραχάµι φέρεται ὁ ὀθωµανός Χαµζά, µουφτής, θρησκευτικός ἡγέτης, τῆς Ἀθήνας. Οἱ ἀπόγονοί του, οἱ γιοί του συγκεκριµένα, ἦταν ἀνάµεσα σέ ἐκείνους τούς ὀθωµανούς πού µετά τό Φεβρουάριο τοῦ 1830 διαπραγµατεύθηκαν τήν πώληση τῶν ἰδιοκτησιῶν. Οἱ ἀγοραστές τῶν κτηµάτων δέν µποροῦσε νά εἶναι ἄλλοι ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν συσσωρεύσει ἱκανά κεφάλαια στήν προεπαναστατική περίοδο. Κι αὐτοί κατά κύριο λόγο ἦταν οἱ ἐµποροκαραβοκύρηδες τῆς ναυτιλίας τοῦ Αἰγαίου προεξαρχόντων τῶν Ὑδραίων καί τῶν Χίων, κι ἀκόµη κεφαλαιοῦχοι ἀπό τά παραδοσιακά ἐµπορικά κέντρα τῆς Βαλκανικῆς, ἐκεῖ δηλαδή πού εἶχε ἀκµάσει ὁ ἕλληνας ἔµπορος τῶν προεπαναστατικῶν χρόνων.

Τό σηµερινό Μπραχάµι ἀνῆκε πλέον σέ µεγαλοϊδιοκτῆτες γῆς, κατά τό µεγαλύτερο µέρος του στόν Ἀνδρέα Λουριώτη. Ὁ Ἀνδρέας Λουριώτης (1789-1854), µία ἀµφιλεγόµενη προσωπικότητα πού εἶχε συµµετάσχει στή σύναψη τῶν ἐξωτερικῶν δανείων τοῦ Ἀγώνα τοῦ 1824 καί 1825. Ἀναµιξη πού εἶχε συνοδευτεῖ µέ ἀρνητικά σχόλια σέ βάρος του γιά ἰδιοποίηση ἑνός µέρους τῶν δανείων. Τώρα ὁ Λουριώτης γινόταν κάτοχος µίας τεράστιας ἔκτασης µέ ἐπίκεντρό τούς Τράχωνες, ἀλλά πού συµπεριλάµβανε καί τό νοτιοανατολικό µέρος τοῦ Μπραχαµίου.

Τό τσιφλίκι πού ἀγόρασε ὁ Λουριώτης ἀπαιτοῦσε ἐργατικά χέρια, τήν ἐποχή πού ὁ πληθυσµός τῆς Ἀθήνας καί τῆς Ἀττικῆς ἦταν ἐλάχιστος, ἀκόµη καί σέ σύγκριση µέ τά προεπαναστατικά χρόνια. Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει µαζικά τήν περιοχή στή διάρκεια τοῦ Ἀγώνα. Δειλά-δειλά ἐπανέκαµπταν κατά τήν περίοδο τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια. Βέβαια ἡ προοπτική της µεταφορᾶς τῆς ἕδρας τοῦ βασιλείου στήν πόλη πού διατηροῦσε τήν αἴγλη τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισµοῦ θά ἐπιταχύνει τήν προσέλευση κατοίκων. Ὡστόσο πράγµατι ὁ πληθυσµός τῆς Ἀθήνας τήν ἐποχή τῶν πωλήσεων τῶν ὀθωµανικῶν κτηµάτων ἦταν πολύ µικρός γιά νά ἀλλάξει τό χαρακτήρα τῆς ἀγροτικῆς οἰκονοµίας τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Τό µαρτυροῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ περιηγητές πού κατέγραφαν τίς παραστάσεις τους ἀπό τά συνεχῆ ταξίδια τους στήν προσπάθειά τους νά ἀνιχνεύσουν τίς ἀρχαῖες τοποθεσίες, ἀλλά καί γιά προφανεῖς ἰδιοτελεῖς σκοπούς. «Ἀλλά πῶς ἐρηµώθηκε ἡ δόλια ἡ Ἀττική ἀπό τόν πόλεµο!» ὀµολογεῖ µἐ ἐµφανή ἀπογοήτευση ὁ Λουδοβίκος Ρός στίς 20 Δεκεµβρίου τοῦ 1832.

 
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΘΕΝΙΤΩΝ

Τό πότε καί γιατί ἐµφανίστηκαν οἱ Μεθενίτες στήν περιοχή πού µᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι σαφές ὅτι ἀπαιτεῖ µία σειρά ὑποθέσεων. Μέ ὅσα ἤδη ἀναφέραµε οἱ Μεθενίτες ἀντιµετώπιζαν πρωτογενῆ προβλήµατα ἀπασχόλησης καί συντήρησης ἐξαιτίας τῆς φυσιολογικῆς αὔξησης τοῦ πληθυσµοῦ τους, ἀλλά καί τοῦ περιορισµένου ὅσο καί ἄγονου ἐδάφους. Ἡ ἔξοδος ἀπό τή γενέθλια γῆ ἦταν συνεπῶς ἐπιβεβληµένη. Οἱ πληροφορίες µας λένε ὅτι Μεθενίτες κολίγοι δούλευαν τό 1836 στά κτήµατα τοῦ µεγαλοϊδιοκτήτη Ἀνδρέα Λουριώτη στή θέση Πυρναρή (ἀνήκει σήµερα στή Γλυφάδα) στούς Τράχωνες. Εἶναι βάσιµο νά ὑποθέσει κανείς ὅτι ὁ Λουριώτης εἶχε µεταφέρει οἰκογένειες ἀπό τά Μέθανα µετά τά 1830, ὅταν δηλαδή κατάφερε νά ἀποκτήσει τήν ἐκτεταµένη γῆ. Ἀναφέρονται τά ὀνόµατα Γιάννης Γκίκας, Μῆτρος Νικολάου, Σπύρος Ἀθανασίου καί Σταµάτης Ἰωάννου, ὅλοι καταγόµενοι ἀπό τά Μέθανα. Γιά νά ἀξιοποιηθεῖ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Λουριώτη, οἱ κολίγοι ἔπρεπε νά δουλέψουν σκληρά. Ὄργωµα, σπορά, βοσκή αἰγοπροβάτων. Δηµητριακά ἦταν ἡ κύρια παραγωγή. Καί ἦταν γεροί καί παστρικοί στή δουλειά τους οἱ Μεθενίτες, ὅπως ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἀρβανίτικης καταγωγῆς ἀγρότες.

 
Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Ἡ ὀνοµασία Μπραχάµι ἀπαντᾶται σέ δύο τοποθεσίες τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Ἀθήνας. Τόσο στόν τόπο πού στή συνέχεια ἐξελίχθηκε στό δῆµο Ἁγίου Δηµητρίου, ὅσο καί σέ οἰκισµό τοῦ δήµου Ἀµαρουσίου, περιοχή πού βρίσκεται στά νότια τοῦ δήµου πλησίον της ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Θωµᾶ. Στίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰώνα -ἀπ’ ὅσα τουλάχιστον στοιχεῖα καταφέραµε νά συγκεντρώσουµε- ἡ ὀνοµασία εἶναι κοινή γιά τίς δύο τοποθεσίες. Εἶναι ἀπολύτως λογικό λοιπόν, νά θεωρεῖ βάσιµα κανείς ὅτι ἡ ὀνοµασία ἀπολείπεται ἀπό τήν πρόσφατη στούς χρόνους ἐκείνους, περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅταν ὁ βρετανός ταξιδιώτης Christopher Wordsworth σέ µία ἀπό τίς πολλές περιηγήσεις πού πραγµατοποίησε στήν Ἀττική στό διαστηµα 1832-33, ἐπισκέφθηκε τά προάστια βόρειά της πόλης τῶν Ἀθηνῶν, τό Μαρούσι, τήν Κηφισιά καί τό Ἡράκλειο, ἐπισήµανε στίς σηµειώσεις του: «Μερικά ἀπό τά ὑπόλοιπα χωριά ποῦ φαίνονται στή διαδροµή εἶναι τό Καλογρέσι [Καλογρέζα], κάτω ἀπό τό Λυκαβηττό (;) καί σέ κατεύθυνση πρός τά βορειοανατολικά, τό Μπραχάµι, δέκα λεπτά νοτιοδυτικά του Πελλικοῦ καί τό Λογοθέτη δέκα λεπτά νότια ἀπό τό Μπραχάµι».

Τό Νοέµβριο τοῦ 1835 ὅταν ἡ βαυαρική Ἀντιβασιλεία ὅρισε µέ Βασιλικό Διάταγµα τή διοικητική διαίρεση τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, συµπεριέλαβε τό Μπραχάµι µέ 7 κατοίκους στό δήµο Αµαρουσίου.
Λίγο ἀργότερα στίς 16 Δεκεµβρίου τοῦ 1836 ὁ σκωτσέζος George Finley, ὁ ἀγοραστής µεγάλων ἐκτάσεων γῆς στήν Ἀττική, ἔγραψε στόν παλαιό φίλο του ἄγγλο τοπογράφο καί περιηγητή William Martin Leake, τόν προδροµο τῆς γεωγραφίας τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου: «Στούς λόφους πίσω ἀπό τό Καλαµάκι [Κallimaki στό πρωτότυπο] ὑπάρχουν πολλοί πυρόλιθοι καί ἕνας τύµβος µεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Μπραχαµίου [Birhami στό πρωτότυπο] -4 ἱερά κτίρια µέ µεγάλους ὄρθιους κυβόλιθους, κοντά στό Μπραχάµι ἄλλος ἕνας δήµος. Στό λόφο πού λέγεται Πανί, πάνω ἀπό τήν περιοχή Τράχωνες, σέ µία κορυφογραµµή, ὑπάρχει ἕνας σηµαντικός ναός. Ἡ κορυφή τοῦ λόφου ἔχει χρησιµοποιηθεῖ ὡς λατοµεῖο. Στό ἀκρωτήριο τοῦ Ἅγ. Κοσµᾶ ἄλλος ἕνας δῆµος». Εἶναι προφανές ὅτι ὁ Finley ἀναφέρεται στό Μπραχάµι τῆς περιοχῆς τῶν Τραχώνων, τό Μπραχάµι πού ἀφορᾶ ἐµᾶς. Μέσα σέ ἐλάχιστο χρονικό διάστηµα λοιπόν οἱ ξένοι ταξιδιῶτες ἐπισκέπτονται δύο διαφορετικά µέρη, τό ἕνα βόρεια τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν καί τό ἄλλο στή νοτιοδυτική Ἀττική ἐντυπώνοντας τήν ὀνοµασία Μπραχάµι. Ἡ ἴδια ἡ Διοίκηση τοῦ νεοσύστατου κράτους ὁρίζει Μπραχάµι τόν οἰκισµό τοῦ Ἀµαρουσίου. Σέ κάθε περίπτωση καί ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνοντες, ἡ ὀνοµασία πού διατηρήθηκε ἐπί µακρόν µέσα στό χρόνο εἶναι τοῦ Μπραχαµίου τῶν Τραχώνων, ὁ σηµερινός Ἅγιος Δηµήτριος.

 
ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ…

Ἡ προέλευση τοῦ ὀνόµατος εἶναι περισσότερο συγκεχυµένη, ἀπ’ ὅσο εὐρέως πιστεύεται. Ἡ ἀπόδοση τῆς λέξης σέ κάποιον Μπραχάµ Πασᾶ εἶναι τό προφανές καί ὁ συνήθης ἰσχυρισµός πολλῶν παλαιῶν κατοίκων. Εἶναι σίγουρο ὅµως ὅτι αὐτή ἡ ἐκδοχή προκύπτει ἀπό τήν ἄγνοια καί ὄχι ἀπό τήν ἐµπεριστατωµένη γνώση τοῦ πράγµατος. Εἶναι δηλαδή ἕνας ἀληθοφανής, πλήν ὅµως ἐλάχιστα τεκµηριωµένος ἰσχυρισµός. Σ’ αὐτό τό σηµεῖο ἀξίζει νά σταθοῦµε στήν ἀξιόλογη προσπάθεια πού ξεκίνησε πρίν ἀπό 25 χρόνια περίπου στήν τοπική ἐφηµερίδα «Ἐλεύθερη Γνώµη» πού ἐξέδιδε ὁ Μάκης Παπούλιας, προσπάθεια πού ἀποσκοποῦσε στή συγκέντρωση πληροφοριῶν γιά τήν ἱστορία τοῦ Μπραχαµίου. Μέ συνεντεύξεις ἀπό γηραλέους Μπραχαµιῶτες, γόνους τῶν παλαιῶν οἰκιστῶν, ἡ ἐφηµερίδα ἐπιχείρησε νά προσεγγίσει µέσω µαρτυριῶν τήν ἱστορική διαδροµή τῆς περιοχῆς.

Ὁ Γεώργιος Χρήστου Τζανέτος ἔδωσε τή δική του ἐκδοχή γιά τήν ὀνοµασία τοῦ τόπου καί τήν ἐξέλιξη τῆς γαιοκτησίας. Ἄς µἐταφέρουµε αὐτούσια τήν ἀφήγησή του, ὅπως καταγράφηκε στήν ἐφηµερίδα:
«Πρό τοῦ 1821 ἦταν ὁ Μπραχάµ Πασᾶς, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὁλόκληρη τήν περιοχή, ἡ ὁποία εἶχε ὅρια πρός βορρᾶ τήν ὁδό Βουλιαγµένης, βορειοδυτικά τό ρέµα πού πήγαινε στό Ἔδεµ, νοτιοανατολικά ἐπίσης εἶχε τό ὅριο τῶν Τραχώνων καί κατέβαινε µέχρι τό Πανί καί συνέχεια µέχρι τή θάλασσα. Πλούσιο τό βιός του καί οἱ ἐκτάσεις πού κατεῖχε δέν τίς ἔφτανε τό µάτι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Πασᾶς εἶχε σάν στενό του βοηθό στίς καλλιέργειες τόν Γεώργιο Ἀναστ. Τζανέτο. Ἀπ’ ὅτι θυµᾶµαι ἀπό τούς προγόνους µου τόν Πασᾶ εἶχε συγκινήσει ἡ προσήλωση τοῦ Τζανέτου στά ἀπέραντα κτήµατα καί στή φροντίδα τους καί ἐλέγετο ὅτι ἦταν τῆς ἀπολύτου ἐµπιστοσύνης του. Ὅταν ἐτελείωσε ὁ πόλεµος, ἦλθε ἕνα Ἀγγλικό Ὑπερωκεάνειο (sic) στό Νέο Φάληρο καί περισυνέλεγε Τούρκους προέδρους, Μουχτάρηδες καί Πασάδες. Ὡς ἡ περιοχή ἦτο ἔρηµος, ὁ Γ. Τζανέτος µ’ ἕναν ἡµίονον παρέδωσε τόν Πασᾶ εἰς τό Ἀγγλικό Ὑπερωκεάνειο, ἐκεῖνος δέ τοῦ παρεχώρησε τό ἥµισυ τῆς ἐκτάσεως. Ὁ Γεώργιος Τζανέτος κατήγετο ἐκ Μεθάνων ὡς καί ἡ σύζυγός του. Εἶχαν ἀποκτήσει ἕξι τέκνα. Δύο υἱούς, τόν Ἀναστάσιον καί Ἀντώνιον Τζανέτον καί τέσσαρας θυγατέρας, αἱ ὁποῖαι ἦλθον εἰς γάµον ἡ πρώτη µέ τόν Ἀθηναῖον Συντηλήν, ἡ δεύτερη µέ τόν Ἀθηναῖον Ἀναγνώστου, ἡ Τρίτη µέ τόν Κωνσταντῖνον Πέτρου ἤ Κωτσίπετρον καί ἡ τέταρτη µέ τόν Μιχ. Στρατηγόν. Ἕκτοτε λοιπόν ἤρχοντο ἐκ Μεθάνων καί ἐξ ἄλλων περιοχῶν κάτοικοι οἱ ὁποῖοι ἀγόραζαν ἀπό τάς θυγατέρας τοῦ Γ. Τζανέτου τά κτήµατα, τά ὁποία ὁ γέρος τά εἶχε διανείµει ἐξ ἴσου σέ ὅλα τά παιδιά. Καί ἔτσι ἐγκατασταθήκανε στό Μπραχάµι ὁ Γεώργ. Γεωργίου ἤ Τσινιάρης, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε πολλά παιδιά. Ἐπίσης οἱ οἰκογένειες Γ. Παπαϊωάννου, Π. Ζαχαριά, Κυριάκου Στριγγάρη, Στάµ. Τριανταφύλλου, Γεωργ. Τριανταφύλλου, Σταµ. Τσορού, Νικ. Ἀναστ. Τριανταφύλλου καί ἄλλες, ὅλες ἀπό τά Μέθανα».

Ἕνας γλυκός µῦθος, ἕνα ὄµορφο ἀναντίρρητα παραµυθάκι καταχωρισµένο στήν ἄγραφη ἱστορία, αὐτή πού µεταδίδεται προφορικά ἀπό γενιά σέ γενιά, πού συντηρεῖ µνῆµες καί ἐκτρέφει ἰδεολογήµατα. Τόσο ξένο ὡστόσο ἀπό τήν ἱστορική τεκµηρίωση. Διότι ἐννοεῖται ὅτι οἱ Τοῦρκοι δέν ἀποχώρησαν κάτω ἀπό τέτοιες διαδικασίες. Καί ἡ ἀττική γῆ δέν παραχωρήθηκε, ἀλλά πουλήθηκε ἀπό τούς τούρκους ἰδιοκτῆτες καί µάλιστα µἐ τήν κάλυψη τῶν Μεγάλων Δυνάµεων. Καί τέλος-τέλος ὁ Γεώργιος Τζανέτος εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἕξι Μπραχαµιῶτες πού ἀναφέρονται ὡς ἀγοραστές γῆς στό Μπραχάµι τό ἔτος 1841. Ὅµως εἶναι ἐµφανές ὅτι ἡ ἔλλειψη γραπτῶν τεκµηρίων ὁδηγεῖ εὔλογα καί εὔκολα στή συγκρότηση τοῦ µύθου. Ὅπως προκύπτει λοιπόν ἀπό ὑλικό πού ἀπόκειται στά Γενικά Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, κάποιος Μπρεχάµ Ἐµίζης ἐµφαίνεται ὡς κάτοχος ἰδιοκτησιῶν στήν περιοχή Χαλανδρίου στήν περίοδο πρίν τήν Ἐπανάσταση. Ὁ γιός του µἐ τό ἴδιο ὄνοµα καί οἱ ἐγγονές του εἶχαν µεταφερθεῖ -προφανῶς µετά τήν ἵδρυση τοῦ κράτους- στό Μισίρι (Αἴγυπτο). Εἶναι ἡ µοναδική ἐπισηµη ἀναφορά σέ παλαιό ἔγγραφο πού ἀναφέρεται στή συγκεκριµένη ὀνοµασία, ἀπ’ ὅπου εἶναι πιθανό νά προέρχεται τό Μπραχάµι ὡς τοπωνύµιο. Βεβαίως αὐτή ἡ ἐκδοχή συµπίπτει µἐ τήν τάση τῶν περισσότερων καί παλαιότερων ἱστορικῶν τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν, πού συσχέτισαν τήν ὀνοµασία Μπραχάµι µέ κάποιο τουρκικό ὄνοµα. Οἱ πιό σύγχρονοι ἱστορικοί ἀναπαράγουν τίς ἤδη διατυπωµένες παλαιές ἀπόψεις.

Ὁ Σπυρίδων Λάµπρος σέ δηµοσίευσή του στά 1896 βάζει τά θεµέλια. Ἀποδίδει τό ὄνοµα τοῦ χωριοῦ σέ τουρκικό ὄνοµα, ὅπως ἄλλωστε καί τό Χασάνι. Μέ ἔµµεσο ἀλλά σαφῆ τρόπο ὁ Λάµπρος ἀποκλείει τήν ἑβραϊκή προέλευση τοῦ ὀνόµατος.

Σέ ἄλλη δηµοσίευσή του ὁ Σπυρίδων Λάµπρος συµπεριέλαβε ὀνόµατα Τούρκων τῆς Πελοποννήσου. Χαρακτηριστικά ἀναφέρονται Ηµπραήµη, Ἠπρεήµης καί Μπρεϊµι, ὅλοι µοὐσουλµάνοι ἀξιωµατοῦχοι τῆς Πελοποννήσου. Στήν ἴδια δηµοσίευση ἀναφέρεται καί τουρκικόν ὄνοµα Χασάνη.
Λίγα χρόνια µετά τόν Σπ. Λάµπρο, ὁ Ἰωάννης Σαρρής ἐπιχείρησε νά καταγράψει καί νά ἑρµηνεύσει τοπωνύµια τῆς Ἀττικῆς µέ δηµοσίευσή του στό περιοδικό «Ἀθηνᾶ». Ἀπέδωσε τό ὄνοµα Μπραχάµι στό τουρκικό ὄνοµα Πεχράµ, ἐνῶ τό Χασάνι σέ κτήµα κάποιου Χασᾶν. Ὁ πολύς Δηµήτριος Καµπούρογλου στά 1920 σηµειώνει στήν εἰσαγωγή τοῦ Ἀναδροµάρη τῆς Ἀττικῆς: «Μᾶς χαιρετοῦν κάτω ἀπό τά πέτρινα σαρίκια των ὁ Μπραχάµης καί ὁ Χασάνης», ἐνισχύοντας τήν ἄποψη περί ὀνοµάτων πού ἀνῆκαν σέ Τούρκους τῆς παλιότερης ἐποχῆς.

Καί ἡ Κηφισσιά, τοπική ἐφηµερίδα τῶν βορείων προαστίων πού ἐρευνᾶ τά τοπωνύµια τῆς περιοχῆς στά 1927 ἐπαναλαµβάνει τό προφανές: ὁ Μπραχάµ-ἀγᾶς ἔδωσε τό ὀνοµά του στό Μπραχάµι τοῦ Μαρουσίου. Τί πασᾶς, τί ἀγᾶς, ἀξιωµατοῦχοι εἶναι καί οἱ δύο.

Τήν ἑβραϊκή προέλευση τοῦ ὀνόµατος Μπραχάµι, χωρίς ὡστόσο νά παραπέµπει στις ἀναγκαῖες ἀναφορές, υἱοθέτησε ὁ Κώστας Μπίρης, ὁ σηµαντικότερος πρόσφατος µελετητής τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν: «Παλαιά τοπωνυµία προκύψασα πιθανῶς ἀπό Ἑβραῖον ἰδιοκτήτην Ἀβραάµ».

Γιά τό Χασάνι µιλήσαµε ἤδη. Ὅλες οἱ πηγές συγκλίνουν ὅτι τό ὄνοµα τῆς περιοχῆς προῆλθε ἀπό κάποιον Τοῦρκο µἐ τό ὄνοµα Χασᾶν. Ἡ περιοχή, παραλιακή ζώνη στήν οὐσία, συµπεριλήφθηκε στά ὅρια τοῦ δήµου Ἀθηναίων µέ τό Βασιλικό Διάταγµα τῆς
30ῆς Αὐγούστου 1840, µαζί µἐ τόν Καρά (Ἡλιούπολη) καί τούς Τράχωνες. Γιά τό Σπιθάρι οἱ ἀπόψεις συγκρούονται. Ὁ παλαιότερος Σαρρής ἰσχυρίστηκε ὅτι στήν ἀρβανίτικη γλώσσα σπιθάρι σηµαίνει τή µικρή δεξαµενή πού δηµιουργεῖται ἀναµεσα σέ πέτρες, ὅπου διατηρεῖται γιά µικρό διαστηµα ποσόστητα ὕδατος. Ὁ Μπίρης ἀπό τήν πλευρά του ἀντιτείνει ὅτι πρόκειται γιά τήν παραµόρφωση ἀρχαίου ἑλληνικοῦ τοπωνυµίου (εἰς Πιθάρι).

Ἡ ὀνοµασία Καλογήρους, πασίγνωστη περιοχή στόν πληθυσµό τῆς Ἀθήνας, ἀναφέρεται στήν πλατεία ἀπ’ ὅπου ξεκινοῦν τά ὅρια τοῦ δήµου Ἁγίου Δηµητρίου. Γιά τούς περισσότερους εἰκάζεται ὅτι ἡ ὀνοµασία προῆλθε ἀπό τήν ὕπαρξη τῶνἀδελφῶν Τριανταφύλλου, µεθενίτικης παλαιᾶς οἰκογένειας, πού παντρεύτηκαν ἡλικιωµένοι καί συνεπῶς γιά πολλά χρόνια ἐθεωρεῖτο ὅτι θά µείνουν γεροντοπαλλήκαρα, γι’ αὐτό καί Καλογέροι. Ἄλλοι µἰλοῦν γιά τέσσερα κι ἄλλοι γιά πέντε ἀδέλφια. Καί ὁ Κώστας Μπίρης καί ὁ Γιάννης Καιροφύλας, υἱοθετοῦν πάντως τό συγκεκριµένο ἰσχυρισµό γιά τούς Τριανταφυλλαίους". Μέ τήν ἐκδοχή αὐτή ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση ὁ Γ.Θ. Μαλτέζος, µελετητής τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν, πού ἀποδίδει τήν ὀνοµασία στά χρόνια της Τουρκοκρατίας.

 
Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Τά Μέθανα πρόσφεραν κατά συνέπεια τίς οἰκογένειες τῶν πρώτων οἰκιστῶν τοῦ Μπραχαµίου. Οἱ περισσότεροι προέρχονταν ἀπό τά µικρά χωριουδάκια τῆς χερσονήσου, οἱ σαφῶς λιγότεροι ἀπό τή Βρωµολίµνη, τή σηµερινή πόλη τῶν Μεθάνων. Ὁ παρακάτω πίνακας συντάχθηκε µε βάση τίς χιλιάδες τῶν ὀνοµάτων πού εἶναι καταγεγραµµένα στά Βιβλία Ληξιαρχείου τοῦ Δήµου Μεθάνων, ὁ ὁποῖος πλέον περιλαµβάνει τό σύνολο τῶν οἰκισµῶν τῆς χερσονήσου. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀναφορά τῶν τόπων προέλευσης σηµαίνει τίς περιπτώσεις ὅπου ἐµφανίζεται πλῆθος ἐγγραφῶν καί ὄχι µεµονωµένες περιπτώσεις.

Ἡ ἐκκλησία, ὁ οἰκισµός πού ἀναπτύχθηκε γύρω ἀπό αὐτήν, ἦταν φυσιολογικά ὁ ἀρχικός ἱστός τοῦ χωριοῦ. Ξεκινώντας ἀπό τήν πλατεία Καλογήρων µἐ ἀραιή βεβαίως δόµηση ὁ ἐπισκέπτης ἔφτανε στή σηµερινή ὁδό Καράµπαµπα (Δηµαρχεῖο), ὅπου πλήθαιναν οἱ οἰκοδοµές συγκροτώντας ἕνα ἑνιαῖο σύνολο δοµηµένου χώρου πού ἄγγιζε στό τέλος του τή σηµερινή ὁδό 25ης Μαρτίου. Αὐτό ἦταν τό Μπραχάµι στήν περίοδο τοῦ Μεσοπολέµου. Ὡστόσο οἱ πληροφορίες λέγουν ὅτι ἡ διάνοιξη καί ἡ συντήρηση δρόµων στό χωριό ἔγιναν ἀρχικῶς ἐπί τῆς δευτέρας δηµαρχίας τοῦ Σπύρ. Μερκούρη στό δήµο Ἀθηναίων (1903-1907). Στήν περίοδο αὐτή ἐκδηλώνεται τό ἐνδιαφέρον τῆς δηµοτικῆς ἀρχῆς καί τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ δήµου πρός τό Μπραχάµι. Φυσικά δέν µιλάµε γιά ἀσφαλτόστρωση, ἀλλά γιά ἰσοπέδωση, ἐπιχωµάτωση, χαλικόστρωση ἀφοῦ ἀξίζει νά ἐπισηµανθεῖ ὅτι ἡ ἴδια ἡ πόλη τῆς Ἀθήνας δέν διέθετε ἀσφαλτοστρωµένους δρόµους στήν ἀρχή τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἡ µαρτυρία τοῦ Γεωργίου Χ. Τζανέτου, ὅπως τήν κατέγραψε στό παρελθόν ἡ «Ἐλεύθερη Γνώµη» συνάδει µε τούς ἰσχυρισµούς τῶν πηγῶν µας: «Ὁ δρόµος πού εἶναι σήµερα ἡ Ἁγίου Δηµητρίου ἤτανε στρωµένος µέ πέτρα ἀπό τό διπλανό ποτάµι. Πολύ τούς βοήθησε σ’ αὐτό τό ἔργο ὁ ὑπουργός Μερκούρης». Κι ὅπως σέ ὅλα σχεδόν τά ἑλληνικά τοπωνύµια ἐπικράτησαν δύο εὐκρινῶς διαφορετικές ὀνοµασίες. Οἱ κάτοικοι ἀναφέρονταν στό Πάνω Μπραχάµι, τήν περιοχή πού σήµερα περιλαµβάνει τή στάση Σχολείου (ΙΚΑ) µέχρι περίπου τό Δηµαρχεῖο, προκειµένου νά τό διαχωρίσουν εὐκρινῶς ἀπό τό Κάτω Μπραχάµι, πού ἦταν ὁ οἰκισµός γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία.

Τό χωριό µε τούς µικρούς χωµάτινους δρόµους, στενοσόκακα λαβυρινθώδους µορφῆς, πού ὁδηγοῦν στά σπίτια. Τά σπίτια στό Μπραχάµι χτίστηκαν κατά τό πρότυπο τῶν περισσότερων σπιτιῶν στά ἀρβανιτοχώρια. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ὁµοιότητα τῶν ἀρβανίτικων οἰκισµῶν. Μία περιήγηση στά χωριά τῶν Μεθάνων εἶναι ἱκανή νά ὑποδείξει τά φυσιογνωµικά χαρακτηριστικά ἑνός ἀρβανίτικου οἰκισµοῦ. Τό ἴδιο µπορεῖ κανείς νά παρατηρήσει µέ µία ἁπλή ἐπίσκεψη στά χωριά τῶν Μεσογείων στήν Ἀττική. Δυστυχῶς σήµερα στό Μπραχάµι δέν ἀπέµειναν παρά ἐλάχιστα λείψανα τῆς παλιᾶς ἀρχιτεκτονικῆς τῶν σπιτιῶν. Οἱ πληροφορίες µας συνεπῶς στηρίζονται στήν προσωπική παρατήρηση, ἀλλά πολύ περισσότερο στίς συνεντεύξεις µε παλαιούς κατοίκους.

Κάθε ἀνεξάρτητη κατοικία περικλείνεται ἀπό ψηλό µαντρότοιχο, συνήθως ἀπό ξερολιθιά. Ἡ µὀναδική εἴσοδος στό ἐσωτερικό µέρος τῆς κατοικίας, στήν αὐλή κατ’ οὐσία, προϋποθέτει τό περασµα ἀπό τή µἐγάλη βαριά ξύλινη πόρτα πού ἀσφαλίζεται µἐ τούς σιδερένιους σύρτες, ράβδους στεριωµένους στά ἀντικρυστά τοιχία. Μαντρότοιχος καί αὐλόπορτα ἀποτρέπουν ὄχι µόνο τήν εἴσοδο στόν ἀπρόσκλητο ἐπισκέπτη, ἀλλά ἀκόµη καί τή µατιά τοῦ περίεργου περαστικοῦ του δρόµου. Ἡ ἀποθέωση τοῦ ἀθέατου καί ἀπόρρητου ἰδιωτικοῦ. Ἑκατέρωθεν τῆς κεντρικῆς εἰσόδου συµβαίνει συχνά νά συναντᾶς βαριές πέτρες πού χρησιµεύουν γιά καθίσµατα. Εἶναι ἡ ἀπαραίτητη ὑποδοµή πού ἐξυπηρετεῖ τήν κοινωνικοποίηση τῶν οἰκογενειῶν στίς γειτονιές τοῦ χωριοῦ. Αὐτή ἡ τυπολογία τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῶν οἰκηµάτων συµπίπτει ἀπόλυτα σχεδόν µἐ τίς πληροφορίες πού διαθέτουµε γιά τό Μπραχάµι. Πολλές πληροφορίες µιλοῦν γιά τήν ὕπαρξη µιᾶς µἐγάλης µάντρας στή θέση τῆς σηµερινῆς πλατείας Ἁγίου Δηµητρίου, ἐντός της ὁποίας βρίσκονταν πολλά σπίτια προστατευµένα. Ἡ Βασιλική Λεφάκη-Κουτσούκου εἶχε περιγράψει παλαιότερα στίς στῆλες τῆς «Ἐλεύθερης Γνώµης» ὡς ἑξῆς τήν εἰκόνα τοῦ χωριοῦ γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία. «Μάντρα στήν οὐσία δέν ὑπῆρχε, ἦταν οἱ ‘πλάτες’ τῶν σπιτιῶν. Ἦταν χτισµένα ὅλα γύρω-γύρω, ἄλλα διόροφα, ἄλλα ἰσόγεια, πολύ λίγα εἴχανε παράθυρο πρός τά ἔξω.

Εἴχανε ἕνα πορτάκι µικρό καί βγαίνανε πρός τά ἔξω. Κλείνανε τό πορτάκι τό βράδυ, κι ἀσφαλίζανε τή µεγάλη ξύλινη πόρτα. Τούς θυµάµαι ὅλους πού εἴχανε τά σπίτια στή µάντρα τή µἐγάλη.

Στήν αὐλή δέν περνᾶ ἀπαρατήρητος ὁ θολωτός φοῦρνος, ἀπαραίτητος γιά τό ψωµί πού ψήνει ἡ νοικοκυρά προκειµένου νά καταναλωθεῖ στή διάρκεια τῆς ἑβδοµάδας. «Στό φοῦρνο ψήνανε τό ψωµί τους ὅλοι. Φαγητά σπάνια ψήνανε. Τά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα ψήνανε κανά µισό ἀρνί» λέγει πάλι ἡ Βασιλική Λεφάκη-Κουτσούκου. Σέ λίγα σπίτια ὑπάρχουν καί πηγάδια, σέ κεντρικό σηµεῖο τῆς αὐλῆς. Τυχεροί µποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν, ὅπως θά δοῦµε παρακάτω, οἱ κάτοικοι πού τά σπίτια τους εὐνοήθηκαν νά βροῦν νερό σέ µἰκρή ἀπόσταση ἀπό τήν ἐπιφάνεια.

Στά ὑπόστεγα εἶναι οἱ χῶροι ἀποθήκευσης. Τσάπες, φτυάρια, κασµάδες, ὅλα τά ἀγροτικά ἐργαλεῖα καί µαζί ξύλα καί λεπτά ξερόκλαδα γιά τό τζάκι καί τό φοῦρνο ἀποθηκεύονται µέ φροντίδα καί τάξη. Δέν λείπουν προφανῶς τά ζῶα: µουλάρια, γαϊδούρια, κότες, κατσίκες βρωµίζουν ἐνδεχοµένως τήν αὐλή, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητα στίς γεωργικές ἐργασίες καί στήν καθηµερινή διατροφή.

Ἡ ὄψη τῆς πέτρινης µονοκατοικίας εἶναι ἐξαιρετικά ἁπλή. Πάντοτε ἀσπρισµένη, χάρη τῆς καθαριότητας. Ξεχωρίζουν τά µικρά παράθυρα µέ ξύλινα παραθυρόφυλλα. Τό σπίτι µέ ξύλινο ἤ πλακόστρωτο πάτωµα συνήθως, µέ κασέλες, µέ γιοῦκο γιά τίς µπαντανίες, τά σεντόνια καί τά παπλώµατα, γιά τά στρωσίδια καί τίς κουρελοῦδες, πολυτιµα προϊόντα του ἀργαλειοῦ. Στό χειµωνιάτικο εἶναι ὁ χῶρος πού περνάει ἡ οἰκογένεια τίς περισσότερες ὧρες στό σπίτι. Κυριαρχεῖ τό τζάκι, τό χαµηλό στρογγυλό τραπέζι, τά ράφια (σάν ἐσωτερικά παράθυρα) µέ τά σκεύη, ὁ τοῖχος µέ τά κρεµασµένα κουζινικά. Ἀπό τά δοκάρια κρέµονται τσανάκες, µυζῆθρες, κοφίνια. Τό βαρέλι µέ τό κρασί καί τό λάδι συνιστοῦν ἀναγνωρίσιµα ἀντικείµενα στό χῶρο. Στά περισσότερα σπίτια τό ἐσωτερικό ἀποτελεῖται ἀπό µία τεράστια κάµαρα, ὅπου ἡ µία πλευρά προσφέρεται γιά κουζίνα-τραπεζαρία καί ἡ ἄλλη γιά τόν ὕπνο. Μόνο στά σπίτια τῶν περισσότερο εὔπορων θά συναντήσει κανείς ξεχωριστή κάµαρα γιά τούς γονεῖς καί µία γιά ὅλα τά παιδιά. Τά παιδιά πού παντρεύονται κάθονται ἀπαραιτήτως στό δικό τους σπίτι, φεύγουν δηλαδή ἀπό τήν πατρική κατοικία. Ἐννοεῖται βέβαια ὅτι ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, βελτιώνονταν οἱ συνθῆκες τοῦ βίου καί οἱ χωρικοί ἀπολάµβαναν καλύτερη ζωή. Τά περισσότερα σπίτια τοῦ Μπραχαµίου στό Μεσοπόλεµο διέθεταν πάνω ἀπό µία κάµαρα, ἕνα ἁπτό δείγµα οὐσιαστικῆς βελτίωσης τῶν ὅρων ζωῆς.

Τό διαιτολόγιο ἦταν λιτό, ὅπως βεβαίως ἦταν γιά τή µἐγαλύτερη µερίδα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσµοῦ. Ψωµί, ἐλιές, κρασί, φασόλια, κρεµµύδια καί σκόρδα. Τά αὐγά, τό τυρί, σπανιότερα τό κρέας, ἀποτελοῦσαν κατά τό µἄλλον τό διαιτολόγιο τῶν πλουσιότερων οἰκογενειῶν.

Ἡ κατανάλωση τοῦ νεροῦ ἦταν ἀσφαλῶς τό ζητούµενο. Εἰπώθηκε ἤδη ὅτι τό Μπραχάµι, χωριό καί πόλη ἀργότερα συγκροτηµένα πάνω σέ ξερό ἔδαφος, δέν εὐνοήθηκε ἀπό τή φύση στό ὑδάτινο περιβάλλον. Λιγοστοί οἱ ὑδάτινοι ὄγκοι τοῦ ὑπεδάφους, ἔκαναν δύσκολη τήν ἐξεύρεση τοῦ νεροῦ. Καί τό νερό ἦταν χρειαζούµενο σέ ὅλες τίς λειτουργίες τοῦ νοικοκυριοῦ ἀλλά προπάντων γιά πόσιµο. Ἔτσι σέ ἐλάχιστες αὐλές σπιτιῶν ἔβρισκες πηγάδια. Τά λίγα σπίτια πού διέθεταν πηγάδια ἦταν ἐξαίρεση στόν κανόνα καί ἀσφαλῶς πλεονεκτοῦσαν στή δυνατότητα ἐξυπηρέτησης ἀνθρώπων καί ζώων. Γενική ὡστόσο ἦταν ἡ τάση στό χωριό, -κάτι πού ἄλλωστε ἔχει παρατηρηθεῖ καί σέ ἄλλα µἔρη πού γνώρισαν παρόµοιες συνθῆκες πρίν τήν ἐγκατάσταση κεντρικοῦ δικτύου ὕδρευσης-, τῆς ἀλληλεγγύης πρός τούς γείτονες. Ἡ αὐλόπορτα τῶν σπιτιῶν πού εἶχαν τήν τύχη νά διαθέτουν πηγάδι ἦταν ἀνοιχτή σέ ὅλους. Γνωρίζουµε ὅτι προπολεµικά οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἦταν ὑποχρεωµένοι νά προµηθεύονται νερό ἀπό τρία µἐγάλα πηγάδια. Τό ἕνα, γνωστό µἐ τήν ὀνοµασία τοῦ Μπόγρη, στή σηµερινή πλατεία Κύπρου, ἀνῆκε στούς Μπόγρηδες, γνωστή µἐθενίτικη οἰκογένεια παλαιῶν οἰκιστῶν. Τό δεύτερο ἦταν στή νησίδα µπροστά ἀπό τήν παλαιά κατοικία τοῦ Γιάννη Τρακάδα, ἐκεῖ πού στεγάστηκε γιά ὁρισµένο χρόνο ἡ Ἀστυνοµία. «Νερό παίρναµε ἀπό τό πηγάδι πού ἦταν ἀπό τό σηµερινό Ἡρῶον ἀπέναντι, µ' ἕνα µαρµάρινο στόµιο καί ἀπ’ τά σχοινιά εἶχε γίνει δάχτυλα-δάχτυλα τό µάρµαρο, νόµιζες πώς τόχε κόψει µηχανή» λέει ἡ Βασιλική Λεφάκη-Κουτσούκου. Τό τρίτο στήν ἀρχή τῆς ὁδοῦ Ἀναπαύσεως δεξιά, στή θέση πίσω ἀπό τό περίπτερο πού λειτουργεῖ σήµερα. Μόνο τό τελευταῖο πηγάδι ἦταν φτιαγµένο ψηλότερα ἀπό τό ἔδαφος γιά νά φορτώνουν εὔκολα στά ζῶα τό νερό γιά τό σπίτι. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι µέ στάµνες καί ἀργότερα µέ κασσιτερένιους ντενεκέδες πήγαιναν κι ἔρχονταν ἀδιάκοπα, στήν προσπάθειά τους νά καλύψουν τίς αὐξανόµενες ἀνάγκες τῶν οἰκογενειῶν. Καί εἶναι σαφές ὅτι ὅσο αὐξανόταν ὁ πληθυσµός, τόσο τό προβληµα γινόταν µεγαλύτερο. Πολύ µεγαλύτερο µετά τήν ἔλευση κατοίκων ἀπό τίς περιοχές τῆς ἐπαρχίας, τό γενικευµένο φαινόµενο τῆς ἐσωτερικῆς µἐτανάστευσης πού ἔπληξε τήν ἑλληνική ἐπαρχία µετά τό 1950 καί ὁδήγησε σέ τεράστιες ἀλλαγές στό ἀνθρωπογενές περιβάλλον τῆς πρωτεύουσας καί τοῦ Μπραχαµίου συµπεριλαµβανοµένου. Ὁ κόσµος πού συσσωρεύτηκε ἀναγκάστηκε νά ἀγοράζει µεγάλες ποσότητες νεροῦ ἀπό τίς γνωστές ὑδροφόρες, ὀχήµατα µἐ βυτίο νεροῦ, ἰδιωτικές ἐπιχειρήσεις ὕδρευσης πού προµήθευαν νερό σέ ἐλλειµµατικές περιοχές. Τό προβληµα λύθηκε ὁριστικά τό 1959. Τότε ἔγιναν τά ἔργα γιά τήν ὑδροδότηση τῆς πόλης.

Ὁ ἠλεκτροφωτισµός, οἰκιακός καί δηµόσιος, ἀνήκει στήν ἴδια κατηγορία προβληµάτων ὑποδοµῶν τοῦ Μπραχαµίου, πού λύθηκε τό 1959. Τά σπίτια ἀνά περιοχή ἐντάχθηκαν στό ἔργο καί µέσα σέ λίγους µῆνες ἀπόλαυσαν τό δηµόσιο ἀγαθό. Ἡ προηγούµενη κατάσταση, γνωστή σέ πολύ κόσµο πού εἶχε τή σχετική ἐµπειρία σέ χωριά καί πόλεις τῆς παλιᾶς Ἑλλάδας, εἶχε ὡς µὀναδικό µέσο οἰκιακοῦ φωτισµοῦ τίς λυχνίες πετρελαίου, τίς γνωστές µας λάµπες µέ τό φυτίλι. Κρεµασµένες στό καρφί τοῦ τοίχου ἤ ἀκουµπισµένες πάνω στό τραπέζι σηµάδεψαν τήν πρό τοῦ ἠλεκτρισµοῦ ἐποχή. Κόσµος πού µεγάλωσε µἐ τό φῶς τους, πού συζήτησε, πού σπούδασε ...

Στό παρελθόν ὁ δηµόσιος φωτισµός τῆς πρωτεύουσας γινόταν µέ φωταέριο πού προµήθευε ἡ γνωστή ἐπιχείρηση τῆς Ἀθήνας. Στό Μπραχάµι ὁ Ἐλευθέριος Γκιώνης, ὁ «Μαρῖνος» γιά τούς παλιούς, εἶχε ἀναλάβει µἐ ἀµοιβή ἐννοεῖται, νά ἀνάβει λίγο πρίν σκοτεινιάσει τούς λαµπτῆρες πού ἦταν σέ κεντρικά σηµεῖα τῆς πόλης. Μέ τή σκάλα στόν ὧµο τόν θυµοῦνται οἱ παλιοί Μπραχαµιῶτες νά κάνει καθηµερινά τό ἴδιο δροµολόγιο κατεβαίνοντας τόν κεντρικό δρόµο, τή σηµερινή Ἁγίου Δηµητρίου, γιά νά ἀνέβει ψηλά καί νά ἐνεργοποιήσει τόν κεντρικό φωτισµό.

Ὁ ἠλεκτροφωτισµός καί ἡ ὕδρευση ἐντάσσονται στά περιφηµα ἔργα ὑποδοµῶν τῶν κυβερνήσεων Καραµανλῆ, ἔργα πού γνώρισε ἡ Ἑλλάδα µἐ ἐντυπωσιακή καθυστέρηση σέ σύγκριση µἐ ἄλλες εὐρωπαϊκές χῶρες, κάτι πού ὡστόσο δέν ἐµπόδισε τίς τότε κυβερνήσεις νά προβάλλουν καί νά πανηγυρίσουν µἐ ὑπερβολικό τρόπο. Τά ἔργα πραγµατοποιήθηκαν στήν ἀρχική φάση τῆς δηµαρχίας τοῦ Στ. Δρακάκη στό δῆµο Ἁγίου Δηµητρίου. Καί γιά νά εἴµαστε δίκαιοι οἱ ἐνέργειες ταῆς τότε δηµοτικῆς ἀρχῆς σαφῶς διευκόλυναν τήν ἐκτέλεση τῶν ἔργων.

Τά ἀνθρωπογεωγραφικά ὅρια τοῦ Μπραχαµίου, καί εἶναι προφανές ὅτι ἐδῶ δέν ἀναφερόµαστε µόνο στό δοµηµένο οἰκιστικό χῶρο, ἀλλά συµπεριλαµβάνουµε καί τίς ἰδιοκτησίες τῶν χωρικῶν, ἦταν πολύ πιό ἐκτεταµένα ἀπό τά σηµερινά διοικητικά ὅρια πού ἔχει ὁ δῆµος Ἁγίου Δηµητρίου. Καί εἶναι πάντως σίγουρο ὅτι τό Μπραχάµι στή διάρκεια τοῦ Μεσοπολέµου, τότε δηλαδή πού ἑξανεµίζεται καί ἡ µεγάλη ἰδιοκτησία, ἀπότοκος τῆς ἰδιοκτησίας Λουριώτη, περιλάµβανε κτήµατα πού ἀνῆκαν στό Σπιθάρι (Χαραυγή), στούς Τράχωνες, στό Χασάνι (περιοχή ἀεροδροµίου Ἑλληνικοῦ), στόν Ἅλιµο, στό Καλαµάκι, στό Βουρλοπόταµο (Φάληρο), στό Κατσιπόδι (ρέµα σηµερινῆς ὁδοῦ Παπαναστασίου). Αὐτό καί µόνο ὑποδεικνύει ὅτι οἱ χωρικοί πού ἔµεναν στά σπίτια τοῦ χωριοῦ, ὄφειλαν νά διανύσουν ἱκανή ἀπόσταση µέχρι ὅτου φτάσουν στίς καλλιέργειές τους. Κι ὅσοι διέθεταν ζῶα, ἦταν ἀπό τούς τυχερούς.

Ὅµως τά ζῶα, ἀκόµη κι ἄν ὑπῆρχαν στήν οἰκογένεια, δέν ἐπαρκοῦσαν γιά τή µεταφορά τοῦ συνόλου τῶν προσώπων. Οἱ ἄντρες καί οἱ νεαροί, δηλαδή οἱ πιό πολλοί ἀναµεσα στούς καλλιεργητές, πήγαιναν µέχρι τά ἀποµακρυσµένα χωράφια τους µέ τά πόδια. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι σ’ αὐτή τους τήν κοπιαστική µετακίνηση, ὄφειλαν νά µή λαµβάνουν ὑπόψη τίς καιρικές συνθῆκες, τό σκοτάδι, τό κακοτράχαλο τῶν µονοπατιῶν πού σχηµατίζονταν ἀναµεσα στά χωράφια. Οἱ Μπραχαµιῶτες ἕνα πράγµα ἤξεραν καλά, τήν ἀγροτική ἐργασία, τήν καλλιέργεια τῆς γῆς, αὐτή ἡ γῆ τούς ἔθρεψε καί τούς ἔκανε νοικοκυραίους. Ἡ δουλειά λοιπόν δέν σήκωνε ἀστεία καί ὑποχρέωση ὅλων τῶν ἀνθρώπων τοῦ νοικοκυριοῦ ἦταν ἡ κατάκτηση ἀξιοπρεπῶν ὅρων ἀναπαραγωγῆς τῶν µελῶν. Συνεπῶς οἱ ἐνδοοικογενειακοί θεσµοί, ἡ ἐπιδίωξη κοινωνικῆς ἀνέλιξης καί καταξίωσης, ἡ κοινωνική ἀξιοπρέπεια, ὅλα τοῦτα τά στοιχεῖα τῆς νεοελληνικῆς ἠθογραφίας δέν ἐπέτρεπαν ἄλλες λύσεις. Τό παιδί ἀκολουθοῦσε ἀπό µικρό, ἀπό τά 9-10 χρόνια τόν πατέρα στό χωράφι, µάθαινε δίπλα του τίς ἀγροτικές ἐργασίες, τό ὄργωµα, τή σπορά, τό θέρισµα, τή βοσκή τῶν προβάτων. Ἔχουµε νά κάνουµε µέ µία ἀπολύτως ἀγροτική κοινωνία, αὐτή ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Μπραχαµίου µέχρι σχεδόν τό Μεσοπόλεµο.

(Ἀπό τό βιβλίο πού ἐξέδωσε ὁ Δῆμος Ἁγίου Δημητρίου Ἀττικῆς του μέ τίτλο:
«Ἀπό τό Μπραχάμι στόν Ἅγιο Δημήτριο» τοῦ κ. Βασιλείου Καρδάση)
 

Ἡ ἐνορία Ἁγίου Δημητρίου Δήμου Ἁγίου Δημητρίου ἔχει πληθυσμό 20.000 χιλιάδες κατοίκους καί περικλείεται ἀπό τίς ὁδούς: Λυσάνδρου, Καλλιθέας, Ἁμαλίας, Πριάμου, Ὄθωνος, Λεωφ. Ἁγίου Δημητρίου, Γράμμου, Σίνα, Αἴνου, Λεωφ. Παπαναστασίου. Ὀνοματοδότης τοῦ δήμου καί τῆς ἐνορίας μας εἶναι ὁ Μεγαλομάρτυς Ἅγιος Δημήτριος, Πολιοῦχος τοῦ δήμου μας και Προστάτης τῆς ἐνορίας μας.

footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ