×

Σφάλμα

[sigplus] Κρίσιμο σφάλμα: Τα δικαιώματα του συστήματος αρχείων για την πρόσβαση στον βασικό φάκελο εικόνων root/images/stories είναι ανεπαρκή ή ο φάκελος δεν υπάρχει.

[sigplus] Κρίσιμο σφάλμα: Τα δικαιώματα του συστήματος αρχείων για την πρόσβαση στον βασικό φάκελο εικόνων root/images/stories είναι ανεπαρκή ή ο φάκελος δεν υπάρχει.

 

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΑΓΓΕΛΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ  ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τῆς Παναγίας στήν περιοχή τῆς Μικρῆς Γαλιλαίας,  εἶναι ὁ τόπος, ὅπου προσηύχετο καθημερινῶς ἡ Παναγία μετὰ τὴν Ἀνάστασιν του Κυρίου. Εἰς τὸν χῶρον αὐτόν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προσευχῆς της ἡ Παναγία ἔλαβε πληροφορίαν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου διὰ τὴν Κοίμησιν καὶ τὴν Μετάστασιν Αὐτῆς προσφέροντος αὐτῆ κλάδον φοίνικος. Κατόπιν ἡ Παναγία ἠτοίμασε τὰ τοῦ ἐνταφιασμοῦ της, ἐξάπλωσε εἰς τὸ κρεβάτι αὐτῆς καὶ ἐκοιμήθη. Τότε ἐμαζεύτηκαν οἱ Ἀπόστολοι ἵνα ἐνταφιάσουσι τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου. Εἰς τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εἶναι γεγραμμένα μερικὰ ἐγκώμια ἐκ τοῦ Ἐπιταφίου τῆς Παναγίας.
Σύμφωνα με τη διήγηση του Ιωάννου Θεσσαλονίκης η Θεοτόκος μετά το «πάθος του Υιού της» παρέμεινε «για αρκετό χρόνο» (χρόνον ου βραχύν) στην Ιουδαία και τα Ιεροσόλυμα μαζί με τους αποστόλους και τον «ηγαπημένο μαθητή», τον Ιωάννη. Ολίγο χρόνο αφού οι Απόστολοι εξόρμησαν εις το κηρύττειν το ευαγγέλιον εν ολω τω κόσμω, η Θεοτόκος «την γην φυσικώ τέλει κατέλιπεν». Όταν επρόκειτο να αποθάνει, ήλθε ο άγγελος και την παρότρυνε «να λάβει το βραβείο, το όποιο έδωσε ο Θεός» και να το παραδώσει στους Αποστόλους, ώστε κρατώντας το να την υμνήσουν, διότι σε τρεις ημέρες «θα απέθετε το σώμα». Προσέθεσε, επίσης, ότι ο Θεός θα της απέστελλε τους Αποστόλους για να την κηδεύσουν και να «θεωρήσουν τη δόξα της». Η Θεοτόκος παραπονείται διότι ο άγγελος δεν προσεκόμισε ένα «βραβείο» για τον κάθε Απόστολο, αλλά μόνο ένα και μοναδικό, ώστε να φοβείται η Θεοτόκος μήπως λυπηθούν οι Απόστολοι οι οποίοι δεν θα κρατούσαν το «βραβείο». Η Θεοτόκος ερωτά, επίσης, περί του ονόματος του αγγέλου και του ζητά να της υποδείξει το πρακταίο. Ο άγγελος δεν αποκαλύπτει το όνομά του (θαυμαστόν γαρ ακούσαι), την προτρέπει να παραλάβει το «βραβείο» διότι με αυτό «θα θεραπευθούν πολλοί» και να «μεταβεί στο όρος». Η Θεοτόκος μεταβαίνει στο όρος των Ελαιών, καθοδηγούμενη από το «φως του αγγέλου» και κρατώντας στο χέρι το «βραβείο». Κατά την είσοδό της στην περιοχή του όρους των Ελαιών, τα δένδρα και τα φυτά «υποκλίνονται» ως να την προσκυνούν. Η Θεοτόκος διερωτάται μήπως είναι παρών αοράτως ο Χριστός, σκεπτόμενη ότι προς εκείνον απευθυνόταν ο σεβασμός της φύσεως. Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει την ταπεινοφροσύνη της Θεοτόκου, η οποία δεν θεωρεί την ίδια αλλά το Θεό ως άξιο τιμής. Η ταπείνωση της Θεοτόκου γίνεται αντιληπτή από τον άγγελο, ο οποίος της επιβεβαιώνει ότι τα «σημεία» αυτά προέρχονται από το Θεό, προσθέτει δε ότι ο ίδιος είναι «ο τας ψυχάς των ταπεινούντων εαυτούς τω Θεώ παραλαμβάνων και μεταφέρων εις τον τόπον των δικαίων εν εκείνη τη ημέρα, εν η εξέρχονται από του σώματος». Ο άγγελος καταλήγει απευθυνόμενος προς τη Θεοτόκο: «Και συ ουν εάν αποτιθή το σώμα, εγώ αυτός έρχομαι επί σε». Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει εκ νέου την ταπείνωση της Θεοτόκου, κυρίως όμως προαναγγέλλει την Κοίμησή της, χωρίς να επιτρέπει υπονοούμενα περί μη μετοχής της Θεοτόκου στο γεγονός του θανάτου. Προέκταση των προηγουμένων διαπιστώσεων αποτελεί το ερώτημα της Παναγίας προς τον άγγελο περί του υπ' αυτής πρακταίου, ώστε εκείνος να παραλάβει την ψυχή της. Ο άγγελος, όμως, της γνωστοποιεί ότι κατά την ώρα της Κοιμήσεώς της δεν θα παρίσταται μόνος για να συνοδεύσει την ψυχή της, αλλά θα περιβάλλεται από «στρατιές αγγέλων». Την προτρέπει να διαφυλάξει το «βραβείο» και χάνεται «ως φως στον ουρανό». H Θεοτόκος επιστρέφει στην οικία της, η οποία «σείεται» λόγω «της δόξας του βραβείου» το οποίο κρατούσε. Εισέρχεται στο «ταμείο» της (στο ιδιαίτερο δωμάτιό της και χώρο προσευχής) και τοποθετεί το «βραβείο» σε σινδόνη. Τότε απευθύνει θερμή προσευχή προς τον Κύριο να εισακούσει την προσευχή της μητέρας του, ώστε κατά την ώρα του θανάτου να αποφύγει «τας εξουσίας, τας ερχομένας εναντίον της ψυχής της». Ο Κύριος απαντά, υποσχόμενος ότι την ψυχή της δεν θα παραλάβουν άγγελοι αλλά ο Ίδιος. Η Θεοτόκος δοξολογεί τον Υιό της για την απάντηση αυτή. Στο σημείο αυτό καταγράφεται μία εκ των πλέον αξιομνημόνευτων ιδιαιτεροτήτων της διηγήσεως του Ιωάννου: ο φόβος της Θεοτόκου μήπως η ψυχή της παραληφθεί από αγγέλους, προφανώς δε όχι από τους αγγέλους του Θεού (περί αυτού δεν θα υπήρχε φόβος), αλλά από τους αγγέλους του Διαβόλου. Ο ίδιος φόβος θα εκφρασθεί από τη Θεοτόκο στη συνέχεια της διηγήσεως. Η αιτία του συγκεκριμένου φόβου δεν ευρίσκεται, σίγουρα, σε κάποια αίσθηση αμαρτωλότητας της Θεοτόκου, αλλά στην αρετή της ταπεινοφροσύνης η οποία δεν της επέτρεπε να θεωρεί δεδομένη και αυτονόητη την παραλαβή της ψυχής της από τον ίδιο τον Κύριο. Ακολούθως, η Θεοτόκος εξέρχεται από το «ταμείο» της και παραγγέλλει στην «παιδίσκη» να ειδοποιήσει συγγενείς και γνωστούς ότι επιθυμούσε να τους συναντήσει. Όταν εκείνοι προσέρχονται, η Θεοτόκος αναγγέλλει τα της επικείμενης Κοιμήσεώς της και τους προτρέπει να «ποιήσουν μετ' αυτής μεγάλην φιλανθρωπίαν». Εξηγεί ότι δεν εννοεί τη φιλανθρωπία των χρημάτων, αλλά το να παραμείνουν κοντά της για τις δύο επόμενες νύχτες και έκαστος να κρατήσει αναμμένο ένα λυχνάρι, ώστε να τους ευλογήσει προ της Κοιμήσεως. Η συγκεκριμένη προτροπή της Θεοτόκου υποδηλώνει την επιτέλεση κάποιας «προσευχητικής αγρυπνίας». Όλοι συμμορφώνονται με τις υποδείξεις της Θεοτόκου, ενώ διαδίδεται ήδη η φήμη περί του επικείμενου θανάτου της.
{gallery}AFIEROMATA/ParaklisiH2016{/gallery}

Pin It

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ