Θωμᾶ Ν. Ζήση, Φιλολόγου-Γυμνασιάρχου: ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Ἀκολουθία Ἐπανασύστασης Γάμου

1. «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι». Τοῦτο ψάλλεται ἀπό τό Χορό μετά ἀπό κάθε στίχο καί εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίστοιχο τοῦ «Δόξα σοι, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι» τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος (βλ. σχετικά σχόλ. ἀριθ. 3).

2. «Μακάριος ἀνήρ ὁ φοβούμενος τόν Κύριον». Στίχος ἀπό τόν 111ο Ψαλμό, ὅμοιος στό περιεχόμενο μ᾿ αὐτόν τοῦ 127ου πού ψάλλεται στήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος. Ὁ λόγος γιά τό φόβο καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ πού θεωροῦνται ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά ἕναν εὐλογημένο γάμο καί τή δημιουργία μιᾶς εὐτυχισμένης γενικά οἰκογένειας. Γιά τό θέμα τοῦτο περισσότερα βλ. στά σχόλ. ἀριθ. 3 καί 4 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.

3. «Ὅτι μέγας καί φοβερός ὁ Θεός ἐπὶ πάντας τούς περικύκλῳ αὐτοῦ». Τό ἡμιστίχιο τοῦτο προέρχεται ἀπό τόν 88ο Ψαλμό, εἶναι εἰδικά προσαρμοσμένο γιά τήν περίπτωση καί ἔχει ἐδῶ διαφορετικό μάλλον νόημα ἀπ᾿ ὅ,τι ἐκεῖ. Ἐκεῖ ἀναφέρεται στό μεγαλεῖο καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, καθώς τόν περιβάλλει «ἐν οὐρανοῖς» ἡ χορεία, ἡ «βουλή» τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἄλλων κατά χάρη ἁγίων, ἐδῶ νοηματικά πρέπει νά αἰτιολογεῖ τό πρῶτο ἡμιστίχιο. Δηλαδή· «Μακάριος ὁ ἀνήρ ὁ φοβούμενος τόν Κύριον», διότι ὁ μέγας καί φοβερός Θεός εἶναι σέ θέση νά τόν προστατεύσει καί νά τόν προφυλάξει ἀπό ὅλους ἐκείνους πού τόν περιβάλλουν καί τόν περιτριγυρίζουν καί θέλουν ἐνδεχομένως τό κακό του.

4. «Εἰς τόν αἰῶνα φυλάξει Κύριος τό ἔλεος αὐτοῦ καί ἡ διαθήκη αὐτοῦ πιστή». Ὁ στίχος ἀπό τόν 88ο Ψαλμό. Αὐτό πού ἰσχύει γενικά γιά τό ἀνθρώπινο γένος ἐφαρμόζεται ἐδῶ εἰδικά γι᾿ αὐτούς πού ἐπανασυνδέονται μέ τό γάμο· ἡ ἐπανασύσταση τοῦ γάμου τους, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέους καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ.

5. «Δόξα καί πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ». Τό ἡμιστίχιο, ἀπό τόν 111ο Ψαλμό, ἀναφέρεται στή δόξα καί τά ἀγαθά πού πλεονάζουν στό σπίτι αὐτοῦ πού ἔχει «φόβον Κυρίου» καί πορεύεται τό δρόμο τοῦ Θεοῦ.

6. «Ἡ γάρ χείρ Κυρίου συναντιλήψεται αὐτῷ, καί ὁ βραχίων αὐτοῦ κατισχύσει αὐτόν». Τό δεύτερο τοῦτο ἡμιστίχιο προέρχεται ἀπό τόν 88ο Ψαλμό καί τό περιεχόμενό του αἰτιολογεῖ αὐτό τοῦ πρώτου. Ὁ συνειδητός χριστιανός ἀποδίδει ὅλα τά ἀγαθά στή συναντίληψη, ἀρωγή καί βοήθεια, καί στή δύναμη τοῦ Θεοῦ.

7. «Ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου». Ὁ στίχος εἶναι ἀπό τόν 127ο Ψαλμό πού ψάλλεται στήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος. Ἐδῶ, καθώς καί στόν ἑπόμενο στίχο, ὁ ψαλμωδός χρησιμοποιεῖ τό δεύτερο πρόσωπο, ἐνῶ στούς προηγούμενους στίχους τό τρίτο· ἔχουμε δηλ. τό λογοτεχνικό σχῆμα τῆς ἀποστροφῆς. Γιά τίς παρομοιώσεις τοῦ στίχου («ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα», «οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν») βλ. τά ἀντίστοιχα σχόλ. 5 καί 6 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος.

8. «Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών καί ἴδοις τά ἀγαθά Ἱερουσαλήμ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου». Καί αὐτός ὁ στίχος ἀπό τόν 127ο Ψαλμό. Γιά τή Σιών καί τήν Ἱερουσαλήμ βλ. τά ἀντίστοιχα σχόλ. 7 καί 8 στήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος.

9. «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος». Ὁ στίχος, γνωστός καί ἀπό τή θεία Λειτουργία, εἶναι ἀπό τόν 112ο Ψαλμό. Καθαρά δοξαστικοῦ καί εὐχαριστιακοῦ χαρακτήρα ὁ στίχος χρησιμεύει ὡς κατακλείδα τοῦ ἀθροίσματος τούτου τῶν στίχων ἀπό τούς διάφορους Ψαλμούς. Μολονότι ὅμως πρόκειται γιά ἄθροισμα ἐρανισμοῦ στίχων ἀπό τέσσερις συνολικά Ψαλμούς, τοῦτο παρουσιάζει ἀξιοθαύμαστη ἑνότητα καί ἐμφανίζεται ἔτσι ὡς ἑνιαῖος καί ξεχωριστός Ψαλμός. Δεῖγμα καί τοῦτο τῆς σοφίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι πράγματι «τά πάντα καλῶς διετάξαντο», καθόρισαν δηλαδή μέ ἀξιοθαύμαστη σοφία ὅλα ὅσα ἀφοροῦν στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού τελοῦνται στίς διάφορες περιστάσεις. Πρβλ. καί σχόλ. ἀριθ. 3 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ γάμου, ὅπου καί ἡ χαρακτηριστική φράση ἀπό τό Ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Πέμπτης.

10. «Ὁ τό μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καταλύσας καί εἰρήνην τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων δωρησάμενος». Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ ἄνθρωπος «πρό τῆς παρακοῆς» ζοῦσε στόν Παράδεισο σέ πλήρη κατάσταση εἰρήνης μέ τόν ἑαυτό του καί τό Θεό. Ὄντας ἀπαθής, ἀπαλλαγμένος δηλαδή ἀπό τά διάφορα πάθη, βρισκόταν σέ τέλεια εἰρήνη τόσο μέ τή συνείδησή του ὅσο καί μέ τό Θεό. Μετά τήν πτώση του ὅμως ἡ εἰρηνική του σχέση μέ τό Θεό καί τόν ἑαυτό του διαταράχτηκε. Καθώς μέ τήν πτώση του ὁ ἄνθρωπος ἔγινε «ἀπόδημος τῆς Αὐτοῦ Χάριτος», ἀποξενώθηκε δηλαδή ἀπό τή θεία Χάρη, τόν κυριεύει πιά ὁ φόβος καί ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. Τή θέση τῆς εἰρήνης καταλαμβάνει τώρα ἡ ἔχθρα, ἡ ἁμαρτία· κυβερνήτης του καί ὁδηγός δέν εἶναι πιά ὁ Θεός, ἀλλά ὁ Διάβολος πού εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ἡ λόγω τῆς ἁμαρτίας ἔχθρα στέκεται σάν ἕνα μεγάλο μεσοτοίχι, σάν ἕνας μεγάλος φραγμός ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο τῆς πτώσης.

Ἀκριβῶς αὐτό τό «μεσότοιχον τῆς ἔχθρας», «τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» πού εἶχε ὑψώσει ἡ ἁμαρτία, πού χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό καί δέν ἐπιτρέπει τή μεταξύ τους ἐπικοινωνία ἔρχεται νά καταλύσει καί νά γκρεμίσει ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τή σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία θανατώνει τήν ἔχθρα, καταλύει «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καί μέ τή θεία Χάρη ἀποκαθιστᾶ καί πάλι τήν εἰρηνική σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, συμφιλιώνει καί πάλι τόν ἄνθρωπο μέ τό Θεό (πρβλ. Ἐφεσ. β´ 14–18 καί Νικ. Θεοτόκη «Κυριακοδρόμιον», τόμος Β´, Ἀθῆναι 1930, σελ. 373 κ.ἑ.). Καί τήν πραγματικότητα αὐτή διακηρύσσει ποικιλοτρόπως ἡ Ἐκκλησία μας. Σημειώνουμε ἐδῶ μιά μόνο χαρακτηριστική φράση ἀπό τήν ὑμνολογία τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου πού εἶναι ταυτόσημη πρός τήν παρούσα φράση τῆς εὐχῆς. Ἀναφέρεται στήν Παναγία, ἡ ὁποία, ὡς Θεοτόκος, «τό μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα, εἰρήνην ἀντεισῆξε καί τό βασίλειον ἠνέῳξε» (ἀναστάσιμο Θεοτοκίο τοῦ Α´ Ἤχου). Μπορεῖ ἑπομένως τώρα ὁ ἄνθρωπος νά ἀνακτήσει καί πάλι «τήν ἀρχαίαν μακαριότητα», μπορεῖ νά γίνει ὁ «καινός» ἄνθρωπος· ἀρκεῖ πραγματικά νά τό θελήσει καί νά ἀγωνιστεῖ γι᾿ αὐτό· ἡ Ἐκκλησία τοῦ παρέχει ὅλα τά μέσα καί τά ἐφόδια γιά τή σωτηρία του.

Γιά τό ἀντρόγυνο πού διαταράχτηκε σοβαρά ἡ εἰρηνική του συμβίωση, μέ ἀποτέλεσμα νά καταλήξει σέ προσωρινό διαζύγιο, καί ἐπανασυνδέεται τώρα μέ τό δεσμό τοῦ γάμου ἡ ἀνωτέρω φράση τῆς Εὐχῆς ἔχει τήν αὐτονόητη σημασία της. Θά πρέπει δηλαδή τό ἀντρόγυνο νά ἀποβάλει ὁριστικά τήν ἔχθρα, νά γκρεμίσει ὅ,τι στεκόταν μέχρι τώρα ἐμπόδιο καί φραγμός στήν ὁμαλή του συμβίωση καί νά ἀποκαταστήσει τήν εἰρήνη καί τή γαλήνη, τά θεῖα αὐτά δῶρα πού εἶναι τόσο ἀπαραίτητα γιά τήν ἐπικοινωνία του καί τήν προκοπή του.

Τά ἰδιάζοντα στοιχεῖα τῆς Ἀκολουθίας «ἐπὶ ἐπανασυστάσει γάμου»

11. Ἡ διασάλευση τοῦ γάμου καί ἡ κατάληξή του πολλές φορές σέ διαζύγιο εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν παραγόντων. Στίς δύο εἰδικές γιά τήν περίπτωση δεήσεις τῆς Συναπτῆς, καθώς καί στήν παρούσα Εὐχή, βλέπουμε πώς μεταξύ αὐτῶν τῶν παραγόντων σπουδαία θέση κατέχει ἡ ἔλλειψη ὁμόνοιας καί ἀγάπης, ἡ ἀπουσία πνευματικῆς καί ψυχικῆς γαλήνης. Ἀκόμη παρατηροῦμε πώς ὅταν ὁ βίος τῶν συζύγων δέν εἶναι «ἀλοιδόρητος», ὅταν ἡ πολιτεία τους δέν εἶναι «ἄμεμπτος» καί «ἀνεπιβούλευτος» καί ὅταν ἡ διαγωγή τους δέν εἶναι «ἀκατάγνωστος», τότε ἡ εἰρήνη πού πρέπει νά διέπει τίς σχέσεις τῶν συζύγων παραχωρεῖ τή θέση της στήν ἔχθρα μέ ἀποτέλεσμα νά κλονίζεται ὁ γάμος καί νά ὁδηγεῖται μέ μαθηματική ἀκρίβεια στή διάλυση. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Λειτουργός δέεται καί παρακαλεῖ τόν Ὕψιστο γι᾿ αὐτούς, πού ὕστερα ἀπό προσωρινό χωρισμό ξανασυνδέονται μέ τό δεσμό τοῦ γάμου, αὐτό πού εἶναι τό σπουδαιότερο, ἡ πεμπτουσία τῆς ἔγγαμης συζυγίας. «Ἐπανάγαγε», λέγει ὁ Ἱερέας, «τήν διαταραχθεῖσαν εἰρήνην καί ἐμφύτευσον εἰς τάς καρδίας αὐτῶν τήν πρός ἀλλήλους ἀγάπην».

Καί ὁ Θεός τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης, ὁ «τό μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καταλύσας καί εἰρήνην τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων δωρησάμενος», ὁ «δοτήρ» πάντων τῶν ἀγαθῶν, εἶναι σέ θέση νά ἐξασφαλίσει στό ἀνδρόγυνο τήν ἁρμονική συμβίωση, ἀρκεῖ καί αὐτό νά κατανοήσει πώς πρέπει νά ἀγωνιστεῖ μέ εἰλικρίνεια, ἀποφασιστικότητα καί συνέπεια γιά νά κατανικήσει τίς ἀδυναμίες του. Τότε τό κλονισμένο ἀνδρόγυνο θά διαπιστώσει πώς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά ἀρχίσει σιγά σιγά νά τό ἐπισκιάζει καί οἱ ἀδυναμίες του θά ἀρχίσουν σταδιακά νά παραχωροῦν τή θέση τους στήν καλλιέργεια καί ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καί στήν προκοπή ἔργων ἀγαθῶν. Δικαιολογημένα τότε θά ἀπολαμβάνει τά «οἰκεῖα ἀγαθά» καί μέ εὐχαριστιακή διάθεση θά νιώθει τήν ἀνάγκη νά ἀναπέμπει δοξαστικό ὕμνο στό μοναδικό Θεό τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης.

12. «Ἡ συνήθης Ἀπόλυσις». Πράγματι ἡ Ἀπόλυση τῆς Ἀκολουθίας δέν εἶναι ἡ ἴδια μέ ἐκείνη τῶν δυό προηγούμενων Ἀκολουθιῶν. Ὁμοιάζει περισσότερο μέ τήν Ἀπόλυση τῶν κοινῶν Ἀκολουθιῶν πού δέν τελοῦνται σέ εἰδικές περιστάσεις. Γίνεται ὅμως μνεία «τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων», καθώς καί τοῦ ὀνόματος «τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου». Αὐτή ὅμως ἡ μνεία μᾶς μεταφέρει στίς δυό προηγούμενες Ἀκολουθίες («τοῦ στεφανώματος» καί «εἰς δίγαμον»). Ἀλλά περισσότερα γιά τή μνεία αὐτή βλ. ἀντίστοιχα τά σχόλ. ἀριθ. 52 καί 58 τῆς Ἀκολουθίας τοῦ στεφανώματος).


Εκτύπωση   Email