Θωμᾶ Ν. Ζήση, Φιλολόγου-Γυμνασιάρχου: Επίλογος

Στίς προηγούμενες σελίδες τοῦ μικροῦ τούτου βιβλίου μετά τά προλεγόμενα παραθέσαμε τά κείμενα τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ θρησκευτικοῦ ὀρθόδοξου γάμου, τή νεοελληνική ἀπόδοσή τους καί τά ἑρμηνευτικά – ἐποικοδομητικά σχόλια ὁρισμένων σημείων τῶν Ἀκολουθιῶν αὐτῶν, ἄλλα μέ συντομία καί ἄλλα μέ περισσότερα λόγια. Ἐλπίζουμε νά ἔχει γίνει ἀρκετά κατανοητή ἡ ἱερολογία τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθεῖ ἀπό τήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες καί παραδόθηκε ὡς ἱερή παρακαταθήκη μέχρι σήμερα. Ἐλπίζουμε ἀκόμη νά ἔχει συνειδητοποιήσει ἤδη ὁ ἀναγνώστης πώς, γιά νά εὐδοκιμήσει καί νά ἀποδώσει ὁ ἀρχαιότατος καί εὐλογημένος αὐτός θεσμός, γιά νά «πετύχει» ὁ γάμος στόν πολύπλευρο καί ἀνώτερο σκοπό του, πρέπει νά στηρίζεται σέ γερά θεμέλια.

Ἐπιγραμματικά τώρα θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ὁ θρησκευτικός γάμος εἶναι στήν οὐσία θεμελιωμένος πάνω σέ δοκιμασμένες ἀπό τό χρόνο ἀναντικατάστατες ἀρχές, τίς ὁποῖες ὀφείλουν ὅσοι ἔρχονται «εἰς γάμου κοινωνίαν» νά ἀποδεχθοῦν εἰλικρινά καί ἀνεπιφύλακτα τόσο στή θεωρία ὅσο καί στήν πράξη. Οἱ νεόνυμφοι πρέπει νά πιστέψουν πώς ὁ γάμος, τό σπουδαιότατο αὐτό γεγονός τῆς ζωῆς τους, αὐτή «ἡ συνάφεια (= ἕνωση) ἀνδρός καί γυναικός καί συγκλήρωσις τοῦ βίου παντός (= ἡ κοινότητα, τό μοίρασμα δηλ. τῆς ζωῆς ὁλόκληρης), θείου τε καί ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία» (= ἕνωση δηλ. πού γίνεται σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων), ὅπως σοφότατα ὁρίζεται ὁ γάμος ἀπό τό Ρωμαῖο νομοδιδάσκαλο Μοδεστίνο (γ´ αἰώνας μ.Χ.), εἶναι «μυστήριον μέγα».

Ἔτσι ἀκριβῶς, ὡς «μυστήριον» δηλ., βλέπει τό γάμο ἡ Ἐκκλησία καί τόν εὐλογεῖ μέ εἰδική κατά περίπτωση Ἀκολουθία, τῆς ὁποίας ἡ ἱερολογία, ὅπως εἴδαμε, χαρακτηρίζεται ἀπό πολλή σοφία καί ρεαλισμό. Ἐπειδή πρόκειται γιά μυστήριο, τήν εὐλογία τοῦ γάμου συνοδεύει ὁ ἁγιασμός καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται ἀρωγός καί ἐνισχύει τούς νεονύμφους στόν ἀγώνα τους καί στήν εἰλικρινή τους προσπάθεια ὄχι μόνο γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς ἁρμονικῆς συμβίωσής τους καί τήν ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπιση τῶν δυσκολιῶν καί ἀντιξοοτήτων τῆς ζωῆς μέ πίστη καί ἐλπίδα, ἀλλά κυρίως στόν ἀγώνα τους γιά πνευματική ἀλληλοβοήθεια καί ἀλληλοσυμπλήρωσή τους μέ πνεῦμα ἀμοιβαίας κατανόησης καί ἀγάπης.

Ἑπομένως ὁ θρησκευτικός γάμος δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα «συμβόλαιο» ἤ μιά συμφωνία ἤ μιά «ληξιαρχική πράξη» πού συντάσσεται καί ὑπογράφεται ἐνώπιον τρίτων μέ τήν παρουσία μαρτύρων. Ὁ θρησκευτικός γάμος προχωρεῖ πιό πέρα ἀπό αὐτά καί ἔχει πολύ σπουδαιότερη καί εὐρύτερη σημασία γιά τούς νεονύμφους. Ἐντάσσεται στά πλαίσια τῆς ἀγωνιστικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός πνευματική τελείωση καί σωτηρία. Καί ἡ «παλαίστρα», τό «στάδιον» τοῦ ἔγγαμου βίου προσφέρεται μέ πολλές μορφές καί ποικίλους τρόπους γιά ἕναν τέτοιο ἀγώνα· εἶναι τό καμίνι μέσα στό ὁποῖο θά δοκιμαστοῦν οἱ νεόνυμφοι.

Γιά νά ἀναδειχθοῦν νικητές σ᾿ αὐτόν τόν ἀγώνα καί νά στεφανωθοῦν μέ τά στεφάνια τῆς νίκης, μέ τόν τελικό «τῆς δικαιοσύνης στέφανο», θά πρέπει ὄχι ἁπλά νά σέβονται καί νά ἀνέχονται ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμός τῆς προσωπικότητας τοῦ ἄλλου, ἡ ἀμοιβαία μακροθυμία καί ἀνοχή στίς ἀδυναμίες καί τίς ἀτέλειες τοῦ ἄλλου πρέπει νά περνοῦν, ὅπως εἴδαμε, μέσα ἀπό τό φίλτρο τῆς ἀμοιβαίας, τῆς γνήσιας καί εἰλικρινοῦς, τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης· ἀγάπης πού ἔχει ὡς βασική προϋπόθεση τήν ἀπάρνηση καί τή θυσία τοῦ ἐγώ τοῦ καθενός ἀπό τούς συζύγους.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου εἶναι ἀκόμη ἡ συζυγική πίστη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τή σύμπνοια καί τήν ἰσόβια ἑνότητα τοῦ ἀντρόγυνου, καί τό ἀδιάλυτο τοῦ γάμου. Ἡ τεκνογονία τέλος παρουσιάζεται στό θρησκευτικό γάμο ὡς ὑποχρέωση τῶν συζύγων. Μέ τή γέννηση τέκνων, μέ τή σωστή ἀνατροφή καί τήν κατάλληλη διαπαιδαγώγησή τους ἐμφανίζονται οἱ σύζυγοι ὡς ἀποδέκτες τόσο τοῦ θελήματος ὅσο καί τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ γιά συνέχιση τοῦ δημιουργικοῦ Του ἔργου.

Τά τέκνα ἐξάλλου, τά ὁποῖα ὁπωσδήποτε συμπληρώνουν τήν εὐτυχία τοῦ ἀντρόγυνου, θέτουν χωρίς ἀμφιβολία καί σέ δοκιμασία καί ἀναδείχνουν τή γνησιότητα τῶν ἀρετῶν καί τῶν χαρισμάτων τῶν συζύγων. Ἀποτελοῦν κι αὐτά, μέ τίς φροντίδες πού ἀπαιτοῦν καί τούς λεπτούς χειρισμούς πού χρειάζονται, μέσα πού βοηθοῦν στήν τελείωση τοῦ ἀντρόγυνου. Ἔτσι ἡ ρεαλιστικότατη διαπίστωση τοῦ Παύλου «σωθήσεται δέ (γυνή) διά τῆς τεκνογονίας» (Α´ Τιμοθ. β´ 15) ἀποκτᾶ ἄλλη διάσταση, εὐρύτερη· μπορεῖ δηλαδή κάλλιστα νά θεωρηθεῖ ὅτι ἰσχύει ὄχι εἰδικά καί μόνο γιά τή γυναίκα ἀλλά γιά τό ἀντρόγυνο γενικότερα, τοῦ ὁποίου τήν πνευματική τελείωση καί σωτηρία πολυειδῶς καί πολυτρόπως ὑπηρετεῖ τό μυστήριο τοῦ γάμου.

Αὐτά λοιπόν εἶναι τά στοιχεῖα πού συνθέτουν τό θρησκευτικό ὀρθόδοξο γάμο. Αὐτά πρέπει νά ἔχουν ὑπόψη τους ὅσοι ἦρθαν ἤ ἔρχονται «εἰς γάμου κοινωνίαν». Καί πρός τό πνεῦμα καί τό νόημα αὐτῶν τῶν στοιχείων θά πρέπει νά προσπαθοῦν νά στοιχοῦν καί νά ἀνταποκρίνονται, ἄν πράγματι θέλουν νά «μεγαλυνθοῦν»· ἄν θέλουν νά γίνει πραγματικότητα ἡ εὐχή πού τούς ἀπευθύνεται ἀπό τό Λειτουργό ἀμέσως μετά τό «χορό τοῦ Ἡσαΐα» σέ τόνο καθαρά προσωπικό· «Μεγαλύνθητι, Νυμφίε, ὡς ὁ Ἀβραάμ...» «Καί σύ, Νύμφη, μεγαλύνθητι ὡς ἡ Σάρρα...».


Εκτύπωση   Email