


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μία από τις τελευταίες παρουσίες της Θεοτόκου στις ευαγγελικές διηγήσεις, είναι την οδυνηρή εκείνη ημέρα, όπου ευρισκόμενη κοντά στο Σταυρό, παρακο- λουθεί το μαρτύριο του Υιού της στον Γολγοθά. Εκεί έστεκαν ακόμα η Μαρία Μαγδαληνή και η Μαρία του Κλωπά (Ιω. 19,25) και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ο μαθητής "ον ηγάπα" ο Ιησούς (Ιω. 19,26). Κάποια στιγμή, ο Χριστός, όταν είδε κοντά του την Μαρία και τον Ιωάννη, λέει στη μητέρα του "αυτός από τώρα θα είναι ο γυιός σου" και έπειτα λέει στον μαθητή του "να η μητέρα σου" αναθέτοντας στοργικά, τη φροντίδα της Θεοτόκου σε 'κείνον. Αποφεύγει μάλιστα να την ονομάσει μητέρα, είτε επειδή από καιρό είχε διαχωρίσει το μεσσιανικό του ρόλο από τις εξ αίματος σχέσεις, είτε, κατ' άλλους, επειδή δεν ήθελε να αυξήσει την συγκίνησή της.
Ευρισκόμενη κάτω απ' τον Σταυρό, αισθάνεται σαν να τη διαπερνά ρομφαία, κατά την προφητεία του αγίου Συμεών. Ουσιαστικά δεν συμπαρίσταται μόνο στο δράμα αλλά συμμετέχει στον πόνο του Γιου της και Θεού της. Διπλός ο πόνο ς και η πίκρα. Λίγο αργότερα ξέσπα σε θρήνο ακούγοντας τον αγαπημένο Της Υιό, να αφήνει την τελευταία του λέξη «Τετέλεσται» επάνω στον Σταυρό.
Ο Ιησούς, αναχωρών σωματικώς εκ του κόσμου τούτου, εμπιστεύθηκε τη μητέρα του στο μαθητή εκείνο, ο οποίος είχε εισχωρήσει βαθύτερα στο νόημα του έργου του και της διδασκαλίας του. Ο αγαπημένος μαθητής διαδέχεται τον Ιησού στη φροντίδα της μητέρας του. Μεγάλη τιμή αλλά και κύρος προσδίδεται κατά τον τρόπο αυτό στον αγαπημένο μαθητή!
«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;»
Το κατανυκτικό κείμενο του ύμνου αποδίδει τον πόνο της Παναγίας για τον επίγειο θάνατο του μοναδικού υιού της. Είναι ένα μοιρολόι. Εξιστορεί την σταύρωση του Ιησού και εκφράζει τον πόνο της Αγίας του Μητέρας.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῶν «Σπουδαίων Μοναχῶν», ὅπως ἐσημειώθη, ἐκτίσθη ὑπὸ τοῦ Πα τριάρχου Ἱεροσολύμων, Ἠλία, κατὰ τὰ ἒτη 494-516 εἰς τὸν τόπον, ὅπου συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν ἵστατο ἡ Θεοτόκος μετὰ τῶν ἄλλων γυναικῶν καὶ εἶδε μετ' αὐτῶν κατὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Υἱοῦ της καὶ Κυρίου ἠμῶν ἐπὶ τοῦ Γολγοθᾶ. Ἔλαβεν δὲ τὴν ἐπωνυμίαν «Μεγάλη Παναγιὰ» ἐκ τοῦ γεγονότος-πάντοτε τὴν Παράδοσιν - ὅτι ἡ Πάναγνος μήτηρ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, βλέπουσα νὰ ὑψώνεται ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ μονογενής Της, ἔκραξε ἐν σπαραγμῷ φωνῆ μεγάλη τῇ ρομφαίᾳ τῆς λύπης κεντουμένη μητρῷα σπλάχνα. Ἡ Μονὴ ἒφερε ἔφερε τὴν ὀνομασίαν «Μονὴ τῆς Ὁδηγητρίας».
Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Σπουδαίων Μοναχῶν εἰς τὴν νέαν Μονὴν, τῶν Ἁγίων Κων/νου καὶ Ἑλένης, ὁ Πατριάρχης Ἠλίας παρεχώρησε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Μεγάλης Παναγίας μὲ τὰ κελλιὰ εἰς τὴν Ὁσίαν Μελάνην καὶ τὰς ὑπὸ τὰς σοφὰς ὁδηγίας αὐτῆς «σπουδαζούσας» παρθένους, αἵτινες ἦσαν κατὰ τὴν ἀκολουθίαν της περίπου ἐνενήκοντα. Ἡ Ὁσία Μελάνη, ὅπως πληροφορούμεθα ἐκ τοῦ βίου της, ἔφθασε εἰς Ἱεροσόλυμα τὸ ἔτος 417. «Καθ' ἑσπέραν» σημειώνει ὁ βιογράφος τῆς Ὁσίας Μελάνης Γερόντιος «μετὰ τὸ κλεισθῆναι τὴν Ἁγίαν Ἁνάστασιν παρέμενε τῷ Σταυρῷ μέχρις ὅτου εἰσήρχοντο ψάλλοντες καὶ τότε ἀπερχομένη ἐν τῷ κελλίῳ αὐτῆς ἐκάθευδεν ὀλίγον». Τὸ κελλὶ πλησίον τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως εἶναι τὸ ἀσκητήριον τῆς Ὁσίας Μελάνης εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τῆς Μεγάλης Παναγίας, ὅπου καὶ ὁ Τάφος αὐτῆς ἐν τῷ φερωνύμῳ Παρεκκλησίῳ.