


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ
Πλησίον τῆς Προβατικῆς Κολυμβήθρας καὶ τῆς Πύλης τῆς Γεθσημανῆ εὑρίσκεται ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῶν γονέων τῆς Παναγίας Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης. Εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εὐρίσκετο ἡ οἰκία τῶν Θεοπατόρων. Ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουσιν σπήλαια, ὅπου συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν προσηύχετο ἡ Ἄννα ζητοῦσα ἐκ τοῦ Θεοῦ νὰ χαρίσῃ αὐτῇ ἓν τέκνον. Ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχὴν αὐτῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγεννήθη ἡ Παναγία. Ἕτερον σπήλαιον ὑπάρχει ὑπὸ τοῦ χώρου ὅπου ἐγεννήθη ἡ Παναγία, ὅπου ἐτάφησαν προσωρινῶς ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα. Ἀργότερον τὰ ὀστᾶ αὐτῶν μετεφέρθησαν εἰς τὴν Γεθσημανὴν ὅπου καὶ τὸ Θεομητορικὸν μνῆμα.....
Ὁ Ἰωακείμ ἦταν γιός τοῦ Ἐλιακείμ ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα καί ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ. Ἔκπτωτος τοῦ θρόνου ἰδιώτευε στήν Ἰουδαία καί τό περισσότερο χρονικό διάστημα στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου εἶχε μέγαρο μέ βασιλικό κῆπο. Παντρεύτηκε τήν Ἄννα θυγατέρα τοῦ Ματθάν Ἱερέως ἀπό τή φυλή τοῦ Λευΐ καί τῆς Μαρίας, γυναικός αὐτοῦ, ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα. Ἐπειδή οἱ φυλές, Βασιλική καί Ἱερατική, συγγένευαν μεταξύ τους, διότι ἡ Βασιλεία ἐθεωρεῖτο ἴση μέ τήν Ἱερωσύνη, δέν ἔδιναν οὔτε ἔπαιρναν θυγατέρες ἀπό ἄλλες φυλές πού θεωροῦνταν κοινές. Ἔτσι λοιπόν, ἀφού θεάρεστα πέρασε τή ζωή του τό ἅγιο αὐτό ζευγάρι, ὁ μέν Ἰωακείμ πέθανε ὀκτώ χρόνια ἀπό τά Εἰσόδια τῆς κόρης του Θεοτόκου σέ ἡλικία 92 ἐτῶν, ἡ δέ Ἄννα 11 μῆνες μετά τόν θάνατο τοῦ Ἰωακείμ, σέ ἡλικία 83 ἐτῶν. Τήν δέ Θεοτόκο ἀπέκτησαν θαυματουργικά σέ ἡλικία 80 ἐτῶν ὁ Ἰωακείμ καί 70 ἡ Ἄννα.
Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΤΕΚΝΙΑΣ
Όταν έφτασε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και οι Ισραηλίτες πρόσφεραν τα δώρα τους, στάθηκε μπροστά στον Ιωακείμ ο Ρουβίμ και του είπε: Δεν επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, «καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησας ἐν τῷ Ἰσραήλ», επειδή δηλαδή είσαι άτεκνος. Ο Ιωακείμ λυπήθηκε πάρα πολύ και είπε: Θα ερευνήσω ανάμεσα στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ για να διαπιστώσω αν μόνον εγώ ανάμεσά τους είμαι άτεκνος. Και ερεύνησε και διαπίστωσε ότι όλοι οι δίκαιοι είχαν τέκνα. Τότε θυμήθηκε τον πατριάρχη Αβραάμ ότι στα βαθιά γεράματά του, του χάρισε ο Θεός το γιό του, τον Ισαάκ. Περίλυπος ο Ιωακείμ δεν γύρισε στο σπίτι του. Πήγε στην έρημο, έστησε τη σκηνή του και νήστεψε σαράντα μερόνυχτα, με την απόφαση να μη γυρίσει στο σπίτι του για να φάει και να πιει, μέχρις ότου τον επισκεφθεί ο Κύριος και Θεός του.
Στο μεταξύ η γυναίκα του η Άννα θρηνούσε και έκλαιγε. Έβγαλε τα πένθιμα ρούχα, άφησε ξέπλεγα τα μαλλιά της, ντύθηκε με τα νυφικά της ενδύματα και γύρω στις 9η ώρα κατέβηκε να περπατήσει στον κήπο της. Σε λίγο κάθισε κάτω από μια δάφνη και προσευχήθηκε στον Κύριο λέγοντας: «Ὁ Θεός τῶν πατέρων ἠμῶν, εὐλόγησον μέ καί ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου, καθώς εὐλόγησας τήν μήτραν Σάρρας καί ἔδωκας αὐτή υἱόν τόν Ἰσαάκ».
«Καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη». Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά της άγγελος, απεσταλμένος από τον Θεό, και της λέει: «Άννα, ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου. Θα συλλάβεις και θα γεννήσεις· ο καρπός σου θα γίνει γνωστός σ’ όλη την οικουμένη».
Επέστρεψε λοιπόν ο Ιωακείμ από την έρημο, Στην εξώπορτα τον περίμενε η Άννα. Έτρεξε, κρεμάστηκε από τον τράχηλο του και με χαρά του είπε: «Ξέρω τώρα καί δέν ἀμφιβάλω, ὅτι ὁ Θεός μέ εὐλόγησε πάρα πολύ. Τώρα πιά ἡ χήρα δέν εἶναι χήρα καί ἡ ἄτεκνη θά μείνω ἔγκυος». Όταν συμπληρώθηκαν οι εννέα μήνες, η Άννα γέννησε. Ρώτησε τη μαία: Τι γέννησα; Της απάντησε: Κορίτσι. Και είπε η Άννα: «Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τή ἡμέρα ταύτη». Και έβαλαν τη νεογέννητη στο κρεβατάκι της. Όταν συμπληρώθηκαν οι μέρες, «ἀπεσμήξατο Ἄννα», και άρχισε να τη θηλάζει, της έδωσε το όνομα Μαριάμ.
Το εσωτερικό του Ναού της Ιεράς Μονής Ιωακείμ και Άννης.