



Πολλά ερωτήματα δημιουργούνται γύρω από το πρόσωπο του Χριστού μας και τα γεγονότα που διεδραματίσθησαν κατά την επίγειο δράση Του ή που έχουν σχέση με την κατά Χριστόν ζωή και πίστη.
Επί παραδείγματι:
1. Γιατί ο Χριστός δεν επέτρεψε στην Μαρία την Μαγδαληνή να Τον εγγίσει καί της είπε: "Μη μου απτού;"
2. Πώς έχει η νηστεία κατά την διάρκεια της Πεντηκοστής;
3. Γονατίζουμε τις Κυριακές και την Πεντηκοστή ή όχι;
Ας δώσουμε τις απαντήσεις όπως ή Εκκλησία ερμηνεύει:
Α) "Μη μου άπτου".
Η Μαρία ή οποία λέγεται Μαγδαληνή, διότι καταγόταν από την πόλη Μάγδαλα, πήγε πρώτη απ' όλες πολύ πρωί στον τάφο του Χριστού και βρήκε το μνημείο κενό. Ειδοποιεί τον Πέτρο και τον Ιωάννη, οι οποίοι έρχονται, ελέγχουν το μνημείο, βρίσκουν τον τάφο κενό και απορημένοι επιστρέφουν στο υπερώο. Ή Μαρία παρέμεινε μόνη της δίπλα στον τάφο του Κυρίου. Τότε ο Χριστός της αποκαλύπτεται (Ιωάν, κ' 14) και ή Μαρία σπεύδει γεμάτη χαρά και σεβασμό να Τον αγκαλιάσει. Όμως ο Χριστός την εμποδίζει λέγοντας το "μη μου απτού". Γιατί; Εφ' όσον όχι μόνο τον ακούμπησαν οι Μυροφόρες, αλλά και οι Απόστολοι όλοι τον ψηλάφισαν; (Α' Ίωάν, α' 1-2)
Ερμηνεύοντας ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει εν συντομία τα έξης: "Έχω την γνώμη ότι ή Μαρία βλέπουσα τον Αναστημένο Χριστό, έχει γι' Αυτόν την ίδια γνώμη πού είχε και πριν το πάθος Του. Δεν ξέρει ότι μετά την Ανάσταση ο Χριστός επανήλθε στην δόξα πού είχε προ της σταυρώσεως και ότι το Σώμα Του παρέλαβε πνευματικές ιδιότητες, αφθαρσία, αθανασία, αύλια κλπ. Έχει ακόμη ταπεινή γνώμη για τον Αναστημένο Χριστό. Τον νομίζει όπως ήταν προ του πάθους. Γι' αυτό λέγοντας της "ούπω άναβέβηκα προς τον πατέρα" της υπενθυμίζει που ήταν προ της σαρκώσεως και πώς θα ξαναέλθει, όπως πολλές φορές είχε πει στο παρελθόν. Έτσι της δείχνει την διαφορά της ταπεινής καταστάσεως Του (εταπείνωσεν εαυτόν) προς του πάθους και της ενδόξου καταστάσεως Του μετά την Ανάσταση (Φιλιπ. β' 6-11).
Τελικά τον άγγιξε ή Μαρία τον Χριστό; Αυτή την στιγμή όχι. Όταν όμως επανήλθε με τις άλλες Μυροφόρες, αφού διόρθωσε τη γνώμη της και κατάλαβε την ένδοξη κατάσταση πού βρισκόταν ο Αναστημένος Χριστός, μαζί με τις άλλες Μυροφόρες Του έπιασαν τα πόδια και Τον προσκύνησαν (Ματθ. κη' 9).
Β) Νηστεία Πεντηκοσταρίου.
Από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι των "Αγίων Πάντων ή ' Εκκλησία έχει νομοθετήσει ως έξης τη νηστεία αυτών των ήμερων.
• Από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι του Θωμά, επιτρέπεται η κατάλυση εις πάντα κάθε ήμερα και την Τετάρτη και την Παρασκευή, προς δόξαν του Αναστάντος Χριστού, επειδή ή εορτή του Πάσχα είναι επταήμερος (Έξοδ. ιβ' 14-18). Παρομοίως γίνεται καί κατά την εβδομάδα του Αγίου Πνεύματος μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων, προς δόξαν του "Αγίου Πνεύματος (Άποστ. Διατ. Βιβλ. Ε κεφ. 20 παρ. 14).
• Την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής καί την Τετάρτη προ της Αναλήψεως (παραμονή), έχει κατάλυση ιχθύος (τρώμε ψάρι), την μεν Μεσοπεντηκοστή ως Δεσποτική εορτή, την δε Τετάρτη προ της Αναλήψεως για την απόδοση της εορτής του Πάσχα.
• "Ολες τίς υπόλοιπες Τετάρτες και Παρασκευές έχει κατάλυση ελαίου.
Γ) Γονάτισμα.
Ή Κυριακή και ή περίοδος της Πεντηκοστής είναι αναστάσιμη και συμβολίζουν την μετά την Β' Παρουσία αιωνιότητα κατά την οποία θα είναι όλοι οι άνθρωποι αναστημένοι. Θέλοντας ή ' Εκκλησία να μας το εμπνεύσει διέταξε με τον Β' Κανόνα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου να μην γονατίζουμε, αλλά όρθιοι να λατρεύουμε τον Θεό. Ούτε στα "Σά εκ των σων", στιγμή κατά την οποία το Πανάγιο Πνεύμα καθαγιάζει τα τίμια Δώρα. Το Άγιο Πνεύμα ουδέποτε απομακρύνεται από την Εκκλησία. Ό Μ. Βασίλειος πού έγραψε τις ευχές της καθόδου του Αγίου Πνεύματος για την Πεντηκοστή μετέθεσε την εορτή να γίνεται το βράδυ μετά τον Εσπερινό ώστε αφού τελειώσει ή Κυριακή και αρχίσει ή Δευτέρα να μπορούμε να γονατίσουμε. Κάτι περισσότερο θα ήξερε ο Μ. Βασίλειος. (Πηδάλιο κ' Κανών Α' Οικουμενικής Συνόδου, υποσ. 1 σελ. 151).